Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 3 Νοεμβρίου 2012

-ΤΟ GOOGLE ΕΧΕΙ ΑΦΙΕΡΩΣΕΙ ΤΟ ΧΘΕΣΙΝΟ ΤΟΥ ΤΙΜΗΜΑ, ΣΤΟΝ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ…
– H ΕΛΛΑΔΑ ΕΔΙΝΕ, ΔΙΝΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΔΙΝΕΙ ΦΩΤΑ… ΓΙΑΤΙ ΟΤΑΝ ΕΙΣΑΙ ΨΗΛΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΟΙΡΑΖΕΙΣ ΑΠΛΟΧΕΡΑ !!!
– GOOGLE S YESTERDAY SIGN IS ABOUT OUR ODYSSEAS ELITYS CAUSE GREECE GAVE, GIVES AND WILL CONTINUE TO GIVE THE LIGHT ALL OVER THE WORLD

Image

Read Full Post »

Image

«… ΔΙΟΤΙ ΚΑΤΟΙΚΟΥΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΧΩΡΑ, ΧΩΡΙΣ ΟΥΤΕ ΝΑ ΕΚΔΙΩΞΟΥΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΕΞ ΑΥΤΗΣ ΟΥΤΕ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΜΕ ΕΡΗΜΟ ΟΥΤΕ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΘΟΥΜΕ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΩΣ ΑΝΑΜΕΙΚΤΟΣ ΟΜΑΔΑ ΑΠΟ ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΝΟΜΟΙΑ ΦΥΛΑ, ΑΠΕΝΑΝΤΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟΝ ΕΥΓΕΝΕΣ ΚΑΙ ΓΝΗΣΙΟ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΜΑ

Σ, ΩΣΤΕ ΤΗ ΧΩΡΑ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΔΑΜΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ, ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΣΥΝΕΧΩΣ ΝΑ ΚΑΤΟΙΚΟΥΜΕ, ΔΙΟΤΙ ΕΙΜΕΘΑ ΑΥΤΟΧΘΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΕΜΕΙΣ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΕΧΟΥΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΠΡΟΣΦΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ, ΔΙΑ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΠΡΟΣΑΓΟΡΕΥΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΠΛΕΟΝ ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ…» ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ – ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ

Read Full Post »

ImageΔΥΟ ΚΟΥΤΑΒΙΑ

Σ’ ενός σκουπιδότοπου την άκρη,

δυο κουτάβια βρήκε πεταμένα

ο Γιαννάκης,

πεταμένα δυο κουτάβια

ο Γιαννάκης, σε μια άκρη,

δυο κουτάβια πεταμένα

στου σκουπιδαριού την άκρη.

Ω, χαρά μεγάλη, δυο κουτάβια!

Σε μια κούτα τά ’βαλε και δρόμο,

σε μια κούτα και τα δυο κουτάβια,

για το σπίτι κίνησε και πάλι,

για το σπίτι με χαρά μεγάλη!

Γκρίνιαξε για λίγο, πολύ λίγο η μαμά του,

η μαμά του η κυρία Μάγδα,

όμως το άφησε για λίγο, πολύ λίγο,

σαν θα ερχόταν, σε λιγάκι,

ο Γρηγόρης, ο πατέρας του Γιαννάκη,

πού ’ταν στη δουλειά, στην πόλη,

ώστε αυτός να δει μονάχος,

μοναχός ν’ αποφασίσει,

ο μπάρμπα-Γρηγόρης όπως τον φωνάζαν όλοι·

τι είχε τρόπο αυτός να καθαρίσει!

Κι όντως, του μπάρμπα-Γρηγόρη,

του πατέρα,

πού ’λειπε ως γνωστόν στην πόλη,

μόλις ήρθε κι είδε τη… βεγγέρα

δεν του άρεσε, καθόλου,

η κατάσταση αυτή όλη

ούτε φυσικά και η… παντιέρα,

μέναν, βλέπεις, όχι σε δικό τους σπίτι,

μα μ’ ενοίκιο σε μία

πολυκατοικία ωραία,

που δε χώραγε τερτίπι,

κι έτσι, τα κουτάβια

τα καημένα,

πού ’χαν έρθει από κάποιαν άκρη,

σε μια μιαν άκρη βρέθηκαν και πάλι

όμως, σε μιαν άλλη,

πεταμένα.

Πέρασε ο καιρός, κι ο Γιαννάκης ο μικρός

εμεγάλωσε και πήγε για δουλειά.

Ο Γιαννάκης ο μικρός, πού ’χε γίνει τώρα Γιάννης,

μακριά στην επαρχία, πήγε για δουλειά,

πέρα στα ψηλά.

Και εκεί που για δυο χρόνια

ζούσε απλά κι ειρηνικά,

δυο κουτάβια βρήκε πάλι, κουταβάκια!

Τί μαγεία, δυο κουτάβια μαγικά!

Δυο κουτάβια με τα μάτια τους κλειστά.

Μες στο σπίτι του τα πήρε

και δυο μπιμπερό τους βρήκε

και τα τάιζε από τότε τακτικά,

έτσι που τα δυο κουτάβια

με τα μάτια τα κλειστά

μεγαλώσανε και γίναν

δυο σκυλάκια·

δυο σκυλάκια ταιριαστά.

Ήτανε ο Μούργος, τό ’να απ’ τα δυο

κι ήτανε το άλλο η Μουσίτσα,

κι ο καιρός περνούσε, σαν όπως περνά

κι είχε τα σκυλιά μιαν αγκαλίτσα,

κι έφυγαν τα χρόνια κι ήρθαν άλλα νια

και για το Γιαννάκη πού ’ταν Γιάννης πια,

ήρθε η στιγμή να φύγει πάλι,

μα για έξω ήταν, τούτη τη φορά,

έξω από τη χώρα, σε μιαν άλλη.

Μά ’πρεπε ν’ αφήσει, κάπου, τα σκυλιά,

κάπου σε μια τρυφερή αγκάλη

να μπορεί να δώσει λίγη ζεστασιά

ήσυχα, γλυκά κι αγάλι.

Και πού λέτε βρήκε τέτοια αγκαλιά,

να μπορεί να έχει εμπιστοσύνη,

πως τα δυο σκυλιά του θά ’τανε καλά,

να τους δείχνει κάποιος καλοσύνη;

Ο μπάρμπα-Γρηγόρης, με καλή καρδιά

και η κυρά-Μάγδα, από κοντά του,

τ’ αγαπούσαν, ήδη, από πιο μπροστά

και τα θέλαν τώρα σαν παιδιά τους.

Στο δικό τους σπίτι, πού ’χαν κτίσει, πια,

τα κρατήσαν, τα ευλογήσαν

λάμναν στ’ αγριοβόρι με ψυχής κουπιά,

σαν παιδιά τους τα φροντίσαν,

μ’ ανθρωπιά!

Πέρναγαν τα χρόνια, όμορφα, καλά,

κι έδενε γερά στερεωμένη

των σκυλιών η σχέση με τ’ αφεντικό,

στον μπάρμπα-Γρηγόρη εδραιωμένη.

Όμως κάποια μέρα, μες στην αντηλιά,

κλέψανε τον Μούργο και τον χάσαν·

κι από τότε η λύπη μέσα στην καρδιά

έγινε μαράζι, άσπρα τα μαλλιά,

άσχημες οι μέρες που περάσαν

έγινε μαράζι και ζημιά!!

Έτσι, κάποια νύχτα πού ’χε συννεφιά,

και ο Μούργος στο μυαλό αλυχτούσε

του μπάρμπα-Γρηγόρη φούσκωσε ο καημός

κι η καρδιά του πληγωμένη δε βαστούσε.

Στο νοσοκομείο αντραλισμένος όπως ήταν

φορητό τον πήγαν, κι ο λυγμός

ήταν στο πλευρό του απ’ τη Μάγδα.

Έμεινε μαζί του στο προσκέφαλό του

δύο μέρες, ίσως, δε θυμάται·

να του δίνει δύναμη κι ελπίδα

να του δίνει στην καρδιά κουράγιο,

νά ’χει κάποιον δίπλα του, αν χρειαστεί,

ένα φως στην καταιγίδα·

για το σκάφος του, καρνάγιο·

’κουμπισμένος σε μια κουπαστή,

νά ’χει, για ν’ αράξει στο μουράγιο.

Όμως, σαν στο σπίτι πήγε, λίγο να πλυθεί,

και μετά στη φίλη, τη γειτόνισσά της

κείνη που της είχε αφήσει το άμοιρο σκυλί

τη Μουσίτσα, για να το φροντίζει λίγο,

τί φρικτή εικόνα και τί θλιβερή,

σαν στο χώρο πήγε πού ’ταν το σκυλί!

Το σκυλί εκεί ’ταν, δίπλα στο νερό

που ήταν, όμως, άθικτο τελείως,

άθικτο τελείως, σαν το φαγητό!

Το σκυλί εκεί ’ταν, μα έλειπε η ψυχή

– στα φθαρτά δε γίνεται δεσμώτης –

η ψυχή δεν ήταν μέσα στο σκυλί,

η ψυχή δεν φαίνοταν κει πέρα.

Είχε πάει να δώσει τελευταίο φιλί.

είχε πάει να βρει το «αφεντικό της»!!

Ιωάννης Παναγάκος – Σ.Σ.Ε./1971

Δάσκαλος Σκακιού – Λογοτέχνης

Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

1ο Βραβείο στο Διεθνή Διαγωνισμό Ζωοφιλικής Ποίησης του Φιλοζωικού Συλλόγου Φθιώτιδας και των Εκδόσεων «Οιωνός» 2012 (το βραβείο πρόκειται να απονεμηθεί στις 3 Νοεμβρίου 2012, στις 19.00, στη Λαμία, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Ξενοδοχείου «Σαμαράς»).

Read Full Post »