Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘ιστορία – history’ Category

Σαν σήμερα το 1944 ο Παναθηναϊκός και ο Αντώνης Βρεττός όρθωσαν το ανάστημα τους στους Γερμανούς κατακτητές, σηκώνοντας για πρώτη φορά την ελληνική σημαία στην Λεωφόρο

940vrettos.jpg

Πριν 73 χρόνια γράφτηκε μια από τις σπουδαιότερες «νίκες» στην ιστορία του Παναθηναϊκού και του γηπέδου της Λεωφόρου, με τους πράσινους να σαλπίζουν την αντίσταση, όχι απέναντι σε κάποιο ποδοσφαιρικό μεγαθήριο, αλλά στους ίδιους του Γερμανούς κατακτητές. Η ελληνική σημαία κυμάτιζε υπερήφανα στη Λεωφόρο, δίνοντας το σύνθημα σε ολόκληρη την Αθήνα.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής (Απρίλιος 1941 – Οκτώβριος 1944) το γήπεδο της Λεωφόρου είχε επιταχθεί. Μάλιστα οι Γερμανοί το χρησιμοποιούσαν για τους μεταξύ τους αγώνες ενώ είχαν λεηλατήσει και τις προθήκες τροπαίων. Οι περισσότεροι από τους ποδοσφαιριστές εντάχθηκαν σε μια ομάδα με την επωνυμία Στίβος για να μπορούν να δίνουν αγώνες και να εξασφαλίζουν ένα πιάτο φαγητό.

Η διοικούσα επιτροπή που είχε συσταθεί στα χρόνια της κατοχής ήταν αυτή που κράτησε ζωντανή την ομάδα και την παρέδωσε ακμαία στα μεταπολεμικά χρόνια. Ο διευθυντής του γηπέδου, Αντώνης Βρεττός είχε μετατρέψει κάποιους απρόσιτους χώρους της Λεωφόρου σε χώρους Αντίστασης. Σε παράνομες συγκεντρώσεις οι φίλοι του ΠΑΟ μάθαιναν τα νέα από «λαθραία» ραδιόφωνα, ενώ οι πιο σημαντικές ειδήσεις κυκλοφορούσαν πολυγραφημένες.

Η πλέον αξιομνημόνευτη ενέργεια του ωστόσο, ήταν η αναπτέρωση του ηθικού των δεκάδων Ελλήνων που υπέφεραν τα πάνδεινα στις φυλακές Αβέρωφ, απέναντι από το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.

«Την προσεχή Κυριακή μέγας ποδοσφαιρικός αγών Παναθηναϊκού – Αγγλικής Αεροπορίας. Ζήτω η Ελευθερία!» έγραφε η ανακοίνωση που διάβαζαν οι φυλακισμένοι από απέναντι, αλλά μεγαλύτερο θάρρος τους έδωσε η έπαρση της ελληνικής σημαίας από τον Βρεττό στις 8 Οκτωβρίου του 1944, λίγες ημέρες πριν από την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα.

Η γαλανόλευκη σημαία υψώθηκε στον πιο ψηλό ιστό του γηπέδου, με τις ελπίδες των φυλακισμένων και των λοιπών πολιτών να αναγεννώνται και τον Βρεττό να κοινοποιεί επισήμως την ηρωική του πράξη στον δήμαρχο Αθηνών.

Όπως μάλιστα φαίνεται από το έγγραφο, στο θρυλικό γήπεδο του «τριφυλλιού» υψώθηκε για πρώτη φορά η ελληνική σημαία σε ολόκληρη την Αθήνα, με τους «πράσινους» να γίνονται άμεσοι κοινωνοί της ελληνικής ιστορίας.

sdna.gr

Advertisements

Read Full Post »

rsz_dsc_6100

(Ένα προϊστορικό μνημείο που μας έδωσε, εκτός των άλλων, σπουδαίες πληροφορίες για τη διατροφή του προϊστορικού ανθρώπου. Με αφορμή την τηλεοπτική εκπομπή του ΣΚΑΙ «το ταξίδι της τροφής» όπου υπήρχε αναλυτική αναφορά στο σπήλαιο Φράγχθι.)

Το σπήλαιο Φράγχθι, στη βόρεια ακτή του κόλπου της Κοιλάδας Ερμιονίδας στην Πελοπόννησο.  είναι μία από τις σπουδαιότερες προϊστορικές θέσεις του Ελληνικού χώρου, ένα από τα σημαντικότερα σπήλαια της Ευρώπης και σίγουρα της Ανατολικής Μεσογείου. Πιθανόν πρώτα να κατοικήθηκε από τον άνθρωπο του Νεάντερταλ, κατά την περίοδο 40.000 χρόνια π.Χ., αλλά σίγουρα από τον Homo sapiens την περίοδο μετά από το 30.000 π.Χ. Μέχρι σήμερα έχουν διερευνηθεί μέσω των ανασκαφών 25.000 χρόνια και υπάρχουν ενδείξεις ότι το σπήλαιο κατοικούνταν συνεχώς από το 20.000 μέχρι το 3.000 π.Χ. όταν και γκρεμίστηκε. Το σπήλαιο είναι από τις ελάχιστες θέσεις στο ελλαδικό χώρο, όπου έχουν βρεθεί ευρήματα που να δικαιολογούν τη συνεχή παρουσία ζωής  επί 250 αιώνες!

Την επίσκεψη στο σπήλαιο την κάναμε ένα Κυριακάτικο πρωινό με τον Δήμαρχο της Ερμιονίδας Δημήτρη Σφυρή και την εκπαιδευτικό Μαρία Λιώση. Η ψαρόβαρκα «Θανάσης» μας περίμενε πρωί-πρωί στο λιμανάκι της Κοιλάδας και μετά από δέκα λεπτά διαδρομή μάς πέρασε «στη σπηλιά του Δόκιου», του βοσκού που χρησιμοποιούσε το σπήλαιο σαν ποιμνιοστάσιο έως τη δεκαετία του ’60. Μόλις αποβιβαστήκαμε στην απέναντι ακτή η Μαρία ξεκίνησε τη αφήγηση

Η αρχαιολογική περιπέτεια ξεκινά το 1967, όταν ο νεαρός μαθητής τότε Άδωνις Κύρου (και κατόπιν εκδότης της Εστίας) στο πλαίσιο μιάς σχολικής εκδρομής σκάβοντας τυχαία βρήκε προϊστορικά όστρακα. Λίγο αργότερα, μία διεθνής ομάδα αρχαιολόγων μαζί με γεωλόγους, βοτανολόγους και ζωολόγους με επικεφαλής τον Jacobsen αρχίζουν τις ανασκαφές οι οποίες διήρκεσαν μέχρι το 1976, καταρχήν μόνο μέσα στο σπήλαιο. Συνολικά τα ευρήματα καλύπτουν μία περίοδο 40.000 περίπου χρόνων ξεκινώντας από την Παλαιολιθική εποχή 20.000 π.Χ. – 8.300 π.Χ., τη Μεσολιθική 8.300 π.Χ.- 6.000 π.Χ. και φθάνουν ως τη Νεολιθική περίοδο: 6.000 π.Χ. – 3.000 π.Χ.

Στο ερώτημα που θέσαμε ευθύς εξ αρχής, στο τι είναι αυτό που κάνει το Φράγχθι τόσο ξεχωριστό από επιστημονικής πλευράς και τι προσέφερε στην ανακάλυψη του προϊστορικού παρελθόντος της Ευρώπης, οι απαντήσεις ήταν σαφείς και κατανοητές.

  • 1) Οι ανασκαφές αποκάλυψαν μία σπάνια για την Ευρώπη ακολουθία ανθρώπινης κατοίκησης από την Παλαιολιθική μέχρι το τέλος της Νεολιθικής Περιόδου.
  • 2) Εδώ βρέθηκε ολοκληρωμένος ανθρώπινος σκελετός σε εμβρυϊκή στάση με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και ένα χτύπημα στο κρανίο από το οποίο επήλθε και ο θάνατος. Αυτή είναι μία από τις ελάχιστες καλά διατηρημένες Μεσολιθικές ταφές στην Ελλάδα και για τον λόγο αυτό πολύτιμη για τις γνώσεις πάνω στις ταφικές πρακτικές αυτής της περιόδου.

3) Η ανασκαφή στο σπήλαιο Φράγχθι αποκάλυψε μία μοναδική για τα ελληνικά δεδομένα ακολουθία ιχθυολογικού υλικού που καλύπτει πάνω από 20.000 χρόνια. Εξάλλου η ανασκαφή αυτή είναι μία από τις πρώτες στην ανατολική Μεσόγειο που έδωσαν σημασία στα ιχθυολογικά κατάλοιπα.

  • 4) Στο σπήλαιο βρέθηκαν κομμάτια μαύρου οψιανού, ηφαιστειογενούς γυαλιού πολύ καλής ποιότητας, που υπάρχει μόνο στη Μήλο. Πώς και για ποιό λόγο μεταφέρθηκε λοιπόν το πέτρωμα αυτό από τη Μήλο στο Φράγχθι πριν από 10.000 χρόνια; Ιστορικά το Φράγχθι υπήρξε η πρώτη ανασκαμμένη θέση η οποία πυροδότησε την συζήτηση της πρώϊμης ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο.

5) Το σημαντικότερο όμως όλων είναι πως η έρευνα του σπηλαίου αποτελεί ορόσημο για την εξέλιξη της προϊστορικής έρευνας στην Ελλάδα από πλευράς θεωρητικής και μεθοδολογικής, καθώς υπήρξε από τις πρώτες θέσεις που ανασκάφηκαν από διεπιστημονικό επιτελείο ερευνητών και όπου εφαρμόστηκαν καινοτόμες ανασκαφικές και μελετητικές πρακτικές. Η καινοτομία ήταν πως η ομάδα του σπηλαίου προσανατολίστηκε σε πρακτικό επίπεδο στην περισυλλογή καταλοίπων, πρώτων υλών και υπολειμμάτων του περιβάλλοντος που σχετίζονταν με την ανθρώπινη παρουσία.

Με γνώση όλων αυτών των προκαταρτικών πληροφοριών ανέβηκαμε στο σπήλαιο 100 μέτρα μονοπάτι. Το ύψος του σπηλαίου εντυπωσιακό. Το μήκος του σπηλαίου είναι περίπου 150 μ. και το μέγιστο πλάτος του περίπου 45 μ. Η γκρεμισμένη στο βάθος οροφή επιτρέπει την είσοδο άπλετου φωτός που αποκαλύπτει τους τεράστιους ογκόλιθους, από το πεσμένο τμήμα της οροφής, ενώ στο πίσω μέρος της σπηλιάς υπάρχει μία μικρή λίμνη με υφάλμυρο νερό, στην οποία παρατηρούνται χέλια. Τους καλοκαιρινούς μήνες τα εκατοντάδες χελιδόνια μπαινοβγαίνουν και το πέταγμά τους και τα τιτιβίσματά τους δημιουργούν ένα σπάνιο οπτικοακουστικό σκηνικό! Μια όμορφη διαμόρφωση περιπάτου μέσα στο Σπήλαιο, ήταν η αφορμή για μια επί πλέον ενημέρωση.

Μετά το πέρας των ανασκαφών, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, και για περισσότερα από τριάντα χρόνια δεν πραγματοποιήθηκαν έργα συντήρησης μέσα στο σπήλαιο ή στον χώρο του υπαίθριου οικισμού, με αποτέλεσμα την προοδευτική διάβρωση των ανασκαφικών τομών. Το φαινόμενο αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το σπήλαιο παρέμενε συνεχώς ανοικτό στους πολυάριθμους επισκέπτες του, μεγάλωνε διαρκώς τον κίνδυνο ατυχημάτων, ενώ παράλληλα υπήρχε ανάγκη πληροφόρησης του κοινού για τα πορίσματα των ανασκαφών και γενικότερα της αρχαιολογικής έρευνας στον χώρο.

Τον Νοέμβριο του 2011, η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας Ν. Ελλάδος ξεκίνησε εργασίες στη θέση, με σκοπό ακριβώς την ομαλή και ασφαλή έλευση του κοινού στο χώρο, καθώς και την ενημέρωσή του. Οι εργασίες, που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος «Σπήλαιο Φράγχθι, Δήμου Ερμιονίδας, Περιφέρειας Πελοποννήσου: Ανάδειξη και αξιοποίηση του σπηλαίου και του περιβάλλοντος αυτού χώρου» (ΕΣΠΑ 2007-2013), ολοκληρώθηκαν τον Ιούνιο του 2013.

Βασικές αρχές του έργου υπήρξαν η ελάχιστη δυνατή επέμβαση στο χώρο, χωρίς αισθητή αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος και η δημιουργία διακριτικών και αναστρέψιμων κατασκευών με υλικά αισθητικά συμβατά με το εσωτερικό του σπηλαίου.

Στις σημαντικότερες εργασίες που πραγματοποιήθηκαν συγκαταλέγονται η διαμόρφωση μονοπατιού πρόσβασης από την παράλια ζώνη έως την είσοδο του σπηλαίου, το οποίο συνεχίζει στο εσωτερικό του ως διάδρομος περιήγησης κατασκευασμένος από μεταλλική βάση και ξύλινο δάπεδο, εργασίες σταθεροποίησης των βράχων της, στερέωση και ανάδειξη μιας αντιπροσωπευτικής τομής που παρουσιάζει τη στρωματογραφία του σπηλαίου, τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων σε επιλεγμένα σημεία εσωτερικά και εξωτερικά αυτού. Τέλος, καθαρίστηκε από τη βλάστηση και οριοθετήθηκε το ανασκαμμένο τμήμα του υπαίθριου νεολιθικού οικισμού.

Στο πλαίσιο της αντίληψης ότι κάθε πλευρά ανθρώπινης χρήσης του σπηλαίου είναι σημαντική και καταγράφεται, το ποιμνιοστάσιο της εποχής του 1960 διατηρήθηκε και συντηρήθηκε όπως ήταν, προκειμένου να μεταδώσει συμβολικά στον επισκέπτη το μήνυμα της νοητής συνέχειας από τους προϊστορικούς κτηνοτρόφους.

Κατόπιν κάναμε ένα ταξίδι πίσω στον χρόνo και συγκεκριμένα στο 30.000 π.Χ. Ο τόπος τότε ήταν αγνώριστος. Καταρχήν η θάλασσα δεν ήταν εδώ που είναι τώρα. Η στάθμη της ήταν περίπου 100-120 μ. χαμηλότερα από την σημερινή και η σπηλιά απείχε γύρω στα 5-6 χλμ. από την ακτή, ο δε κόλπος της Κοιλάδας ήταν μία σχετικά επίπεδη πεδιάδα που τη διέσχιζε ένα ποτάμι. Οι πηγές γλυκού νερού ήταν λίγες και σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, επομένως είναι πιθανό ότι το ποτάμι και το πόσιμο νερό όπως και το καταφύγιο που προσέφερε το σπήλαιο να ήταν αυτά που προσέλκυσαν τους προϊστορικούς ανθρώπους στην περιοχή. Τα κόκκαλα ελαφιών, ενός είδους άγριου αλόγου και κάποιων άλλων ζώων καθώς και τα εργαλεία του κυνηγού υποδεικνύουν ότι αρχικά η σπηλιά κατοικήθηκε από μικρές ομάδες κυνηγών που στάθμευαν εδώ για λίγο, πριν φύγουν για να πάνε κάπου αλλού, ακολουθώντας τα θηράματά τους.

Η περιστασιακή κατοίκηση του σπηλαίου συνεχίστηκε προφανώς για κάποιες χιλιάδες χρόνια μέχρι περίπου το 17.000 π.Χ.  Μετά το 12.000 π.Χ. εμφανίζεται αλλαγή στο κλίμα – οι πάγοι αρχίζουν να λιώνουν με αποτέλεσμα να ανέβει η θάλασσα γύρω στα 50-60 μ. και η ακτή τώρα απέχει γύρω στα 4 χλμ. Ούτε σε αυτή την περίοδο κατοικείται μόνιμα η σπηλιά, αλλά χρησιμοποιείται και πάλι σαν σταθμός ενός μικρού νομαδικού πληθυσμού που κυνηγούν (κυρίως ελάφια) και συλλέγουν άγριους καρπούς (φακές, άγριο κριθάρι και άγρια αμύγδαλα). Το ψάρι (κεφαλόπουλα, τσιπούρες και σε μικρότερες ποσότητες μουγκρί, λαβράκι και σκιός) μπαίνει στη διατροφή τους αυτή την περίοδο, ένδειξη ότι οι άνθρωποι εξερευνούσαν την ακτή και μάθαιναν σιγά σιγά να καρπώνονται τα οφέλη της θάλασσας. Σε στρώματα του τέλους της Παλαιολιθικής εποχής βρίσκουμε σε μεγάλες ποσότητες πεταλίδες, σαλιγκαροειδή κοχύλια – φαίνεται πως οι Φραγχθιώτες εκείνης της εποχής τα κατανάλωναν σε μεγάλη ποσότητα, μην ξεχνάτε ότι η θάλασσα είναι πιο κοντά τώρα, επομένως είναι ευκολότερο για τους κατοίκους του σπηλαίου να συλλέξουν τα οστρακοειδή.

milosftaxthi

Αργότερα κάνει την εμφάνισή του και ο οψιανός (οψιδιανός) και μυστήριο παραμένει το πώς έφτασαν οι Φραγχθιώτες στη Μήλο για να προμηθευτούν τον οψιανό όπως επίσης και το μέσο που χρησιμοποιούσαν. Όσον αφορά το μέσο με το οποίο έγινε το ταξίδι, ο Κερκυραίος Σπύρος Αγάθος. κατασκεύασε για λογαριασμό των αρχαιολόγων μία παπυρέλα μήκους 6.5 μ. και βάρους 180 κιλών και πραγματοποιήθηκε πειραματικό ταξίδι από το Λαύριο μέχρι τη Μήλο με έμπειρους βέβαια κωπηλάτες – η παπυρέλα άντεξε με ανέμους 6 μποφόρ και κύματα ύψους 1.5 μ. και έφτασε στον προορισμό της.

Συνεχίζοντας το ταξίδι μας στην ιστορία φτάνουμε στη Μεσολιθική περίοδο (9.000-7.000 π.Χ). Το Φράγχθι είναι σημαντικό και γι’ αυτή την περίοδο καθώς υπάρχουν πολύ λίγες άλλες θέσεις γνωστές από αυτή την περίοδο μετάβασης από τις κοινωνίες του κυνηγιού και της συλλογής καρπών της παλαιολιθικής εποχής στις μόνιμες εγκαταστάσεις των γεωργοκτηνοτρόφων της νεολιθικής. Οι θερμοκρασίες είναι ψηλότερες, η στάθμη της θάλασσας έχει ανέβει κατά 20 μ. και η ακτή απέχει 2 χλμ. από την σπηλιά. Η δε Κορωνίδα – το νησάκι της οικογενείας Λιβανού- δεν έχει αποκοπεί ακόμη από την ξηρά. Και πάλι το σπήλαιο χρησιμοποιείται ως βάση κυνηγών άγριων ζώων και συλλεκτών άγριων καρπών, όπως φακές, φυστίκια, κριθάρι, βρώμη. Ενδιαφέρον εύρημα τα ψαροκόκκαλα – κυρίαρχο είδος ψαριού είναι ο τόνος – οι περισσότεροι από αυτούς που βρέθηκαν ζυγίζουν 8-15 κιλά, ενώ μερικοί έφταναν και τα 200 κιλά. Φαίνεται ότι τα ρεύματα της θάλασσας και οι θερμοκρασίες στη Μαύρη Θάλασσα αναγκάζουν κοπάδια να μετακινηθούν σε πιο φιλικά νερά και μάλιστα στις ακτές της Αργολίδας, όπου δεινοί μεσολιθικοί ψαράδες προφανώς τα παρέσερναν στα ρηχά και τα σκότωναν με ρόπαλα και γίνονται γεύμα για αρκετές γενιές Φραγχθιωτών.

Τελευταίος σταθμός μας η Νεολιθική εποχή. Το 5.000-4.000 η κοινότητα του Φράχθι ακμάζει. Η στάθμη της θάλασσας έχει ανέβει ακόμη περισσότερο, η ακτή έχει διασπαστεί και έχει αρχίσει η διαμόρφωση του κόλπου της Κοιλάδας. Το σπήλαιο απέχει από την ακτή λιγότερο από 2 χλμ. Στο Φράγχθι υπάρχει πλέον ένας μόνιμος οικισμός, οι κάτοικοι για πρώτη φορά χρησιμοποιούν την παραλία μπροστά από την σπηλιά και πλέον ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία – καλλιεργούν εξημερωμένα φυτά κυρίως κριθάρι και φακές και εκτρέφουν εξημερωμένα ζώα όπως γιδοπρόβατα και γουρούνια, ενώ την περίοδο αυτή κατασκευάζονται τα πρώτα αγγεία. Τι προκάλεσε όμως τη στροφή στη γεωργία και την κτηνοτροφία; Η απάντηση είναι ο ερχομός στον ελλαδικό χώρο νέων πληθυσμιακών ομάδων που φέρνουν μαζί τους αυτή την νέα «τεχνολογία». Προφανώς, η πεδιάδα με το ποτάμι που τη διέσχιζε να ήταν για αυτούς μία ελκυστική τοποθεσία, ενώ από την άλλη η ίδια η σπηλιά και οι λόφοι γύρω από αυτήν πρόσφεραν κατάλληλους βοσκότοπους για τα γιδοπρόβατά τους. Οι νεολιθικοί κάτοικοι συνεχίζουν να ψαρεύουν αλλά λιγότερο συχνά. Φαίνεται ότι με την εισαγωγή της γεωργίας και της κτηνοτροφίας το ψάρεμα θα μπορούσε να γίνει μόνο αφού άλλες ανάγκες σχετικές με τις δύο αυτές ασχολίες (γεωργία και κτηνοτροφία) είχαν ικανοποιηθεί..

Για πρώτη φορά στο σπήλαιο στην αρχή της νεολιθικής περιόδου περίπου το 6.000 π.Χ. εμφανίζονται πήλινα αγγεία. Ιδιαίτερη εντύπωση δημιουργεί το γεγονός ότι οι Φραγχθιώτες ανέπτυξαν την κεραμική σε ένα επίπεδο που συνδέεται με την κλασική περίοδο που είναι 5000 μεταγενέστερη από την εποχή που μιλάμε. Οι κεραμοποιοί έφτιαχναν πολύ λεπτές γραμμές με πινέλα, επινόησαν τρόπους για να παράγουν το μαύρο στίλβωμα πάνω σε φωτεινό υπόβαθρο ελέγχοντας τη θερμοκρασία κατά τη διάρκεια του ψησίματος. Το 3.000 π.Χ. το ταξίδι τελειώνει γιατί η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει και συρρικνώνει τον ζωτικό χώρο. Η σπηλιά εγκαταλείπεται μάλλον εξαιτίας της κατακρήμνισης της οροφής από άγνωστη αιτία.

ERMIONIDA_SPHLAIO_FRAXTHI_KOILKADA12.jpg

Η ξενάγηση διήρκεσε δυο ώρες, το πληροφοριακό υλικό ήταν ανεξάντλητο (κείμενα-φωτογραφίες-διαγράμματα) και οι απορίες μας πολλές, που απαντήθηκαν με σαφήνεια και γνώση από τον Δήμαρχο και την κυρία Λιώση. Aναχωρήσαμε από το σπήλαιο, εντυπωσιασμένοι από το θέαμα, αλλά και από  τις ιστορίες που ακούσαμε… ιδιαίτερα τις αφηγήσεις γύρω από την ιστορία της τροφής και της διατροφής. Και με την υπόσχεση του Δημάρχου για την προβολή κατά τον καλύτερο τρόπο αυτού του μοναδικού αξιοθέατος της Ερμιονίδας, αλλά και όλης της Ελλάδας.

Πηγές:

«Σπήλαιο Φράγχθι: Aνάδειξη και προβολή», εφορεία Παλαιανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας Ν. Ελλάδος.

«Γνωριμία μ’ ένα από τα αρχαιότερα σπήλαια του κόσμου – Το σπήλαιο Φράγχθι», Έκδοση Δήμου Κρανιδίου 2002, Περιβαλλοντική Ομάδα του Γυμνασίου Κρανιδίου (σχολικό έτος 2001-2002), με την επίβλεψη των καθηγητριών Μπουγιούρα Σοφίας και Μπασιμακοπούλου Καίτης.

«Αναμνήσεις από το Σπήλαιο Φράγχθι στην Κοιλάδα της Ερμιονίδας», της Ιωάννα Α. Κραουνάκη.

«Σπήλαιο Φράγχθι, Κοιλάδα Ερμιονίδας» Μαρία Λιώση, κείμενο ξενάγησης σπηλαίου Φράγχθι.

Read Full Post »

%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%ae

Όταν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν εργαζόταν πάνω στη γενική θεωρία της σχετικότητας, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα σε τρία βασικά θέματα. Έτσι ζήτησε τη βοήθεια από μερικούς διάσημους και κορυφαίους επιστήμονες της εποχής. Ένας από αυτούς που του απάντησαν με τρόπο απλό και κατατοπιστικό και βοήθησαν καθοριστικά στην εξέλιξη της θεωρίας ήταν ο Έλληνας μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Ένα από τα λαμπρότερα μυαλά που ανέδειξε η Ελλάδα.

Όπως λένε οι θαυμαστές του, ίσως με δόση υπερβολής, το IQ του ήταν ανώτερο του Ευκλείδη και ισάξιο του Αϊνστάιν. Ο Κάρα όπως τον αποκαλούσαν οι μαθητές του στο πανεπιστήμιο της Γοτίγγης γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1873 και ήταν γιος τους διπλωμάτη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας Στέφανου Καραθεοδωρή. Το σπουδαίο ταλέντο και η κλίση του στα γράμματα και ειδικά στα μαθηματικά ήταν ευδιάκριτα από τα μαθητικά του χρόνια. Σπουδαίες προσωπικότητες όπως ο Ιούλιος Βερν έγραφαν στο λεύκωμά του ότι αν συνέχιζε το διάβασμα και την εξάσκηση θα γινόταν μια σπουδαία προσωπικότητα της επιστήμης. Σε ηλικία 16 ετών ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή κέρδισε δύο συνεχόμενες χρονιές το βραβείο του πανεθνικού διαγωνισμού μαθηματικών του Βελγίου, αφήνοντας τους πάντες άφωνους, καθώς κάτι τέτοιο δεν είχε ξαναγίνει ποτέ στο παρελθόν. Στα 18 του γράφτηκε στο τμήμα μηχανικών της βελγικής στρατιωτικής σχολής και το 1898 υπηρέτησε στην Αίγυπτο όπου έλαβε μέρος σε αρδευτικά έργα του Νείλου και την πυραμίδα του Χέοπα. Τρία χρόνια νωρίτερα κατά τη διάρκεια  επίσκεψής του στην Κρήτη για να συναντήσει τον αδερφό του παππού του, γνωρίστηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Μια γνωριμία που θα κρατούσε για πολλά χρόνια, καθώς ο Βενιζέλος εκτιμούσε πολύ τις ικανότητες του Καραθεοδωρή που έγραφε και μελετούσε σε 6 γλώσσες. Και ενώ η καριέρα του ως μηχανικός άρχιζε να απογειώνεται, ο ανήσυχος νεαρός τα παράτησε όλα για να αφοσιωθεί στο πάθος του που δεν ήταν άλλο από τα μαθηματικά. Οι διατριβές του έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση και σταδιακά εξελίχθηκε σε μια από τις καλύτερες ερευνητικές υπογραφές, στα διάσημα και έγκυρα περιοδικά μαθηματικών της εποχής. Ο Καραθεοδωρή δημιουργεί νέες θεωρίες, αναμοχλεύει και «ανακαινίζει» παλιά αξιώματα. Σαν να ήταν κάτι απλό ασχολείται με τον λογισμό των μαθηματικών με τον οποίο είχαν ασχοληθεί κορυφαίοι επιστήμονες και δίνει λύση στο πρόβλημα των ασυνεχών λύσεων όπου όλες οι ασκήσεις και οι μελέτες σταματούσαν. Όλοι ήταν πλέον εκστατικοί με τη διάνοια του Καραθεοδωρή. Το ίδιο κάνει και με προβλήματα της φυσικής όπου καταπιάνεται με την θερμοδυναμική και θεωρείται ως ένας από τους μεγάλους «πατέρες» της επιστήμης. Ο Καραθεοδωρή ασχολήθηκε συστηματικά και με τις τηλεπικοινωνίες και σήμερα πολλές από τις εφαρμογές του καταγράφονται στην κινητή τηλεφωνία. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε κορυφαίος επιστήμονας και καθηγητής σε διάσημα πανεπιστήμια, στην Ελλάδα γνώρισε την απόρριψη από την επιστημονική κοινότητα όταν προσπάθησε να γίνει καθηγητής. «Αν θες να γίνεις δάσκαλος σε κάποιο σχολείο της επαρχίας έχει καλώς» του είπαν χαρακτηριστικά, την περίοδο που είχε αναγορευτεί διδάκτωρ στο Γκέτιγκεν!

Έτσι άνοιξε ο δρόμος για το εξωτερικό όπου γνώρισε αμέσως την αναγνώριση. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος όμως πίστευε σε αυτόν. Έτσι τον κάλεσε για πρώτη φορά το 1919 για ηγηθεί του νεοσύστατου ελληνικού πανεπιστημίου της Σμύρνης. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Καραθεοδωρή παράτησε την έδρα του στη Γερμανία και έσπευσε να βοηθήσει στην εκπλήρωση του οράματος του Βενιζέλου. Ονόμασε το πανεπιστήμιο συμβολικά «Φως εξ Ανατολών» και εκτός από την οργάνωσή του, έκανε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να καταστεί ένα κορυφαίο ίδρυμα έρευνας. Έφερε όργανα και εξοπλισμό από το εξωτερικό και προσπάθησε μέσω της ιατρικής έρευνας να καταπολεμήσει την ελονοσία που εκείνο τον καιρό κυριολεκτικά «θέριζε».  Ο Καραθεοδωρή όμως δεν πρόλαβε να εκπληρώσει το έργο του, καθώς μεσολάβησε η ήττα και η μικρασιατική καταστροφή. Μόλις δύο ημέρες πριν κατάφερε να φυγαδεύσει την οικογένειά του, μένοντας πίσω για να διασώσει αρχεία και μελέτες. Με τη βοήθεια ενός δημοσιογράφου κατάφερε να φύγει τελικά και αυτός με το πλοίο Νάξος. Το 1922 διορίσθηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθήνας και το 1923 στο Μετσόβειο. Το 1924 απογοητευμένος από την κατάσταση στα φτωχά ελληνικά πανεπιστήμια έφυγε στο εξωτερικό. Έγινε καθηγητής στο Μόναχο δίπλα σε τεράστια ονόματα της επιστήμης. Το 1929 ο Βενιζέλος ζήτησε για δεύτερη φορά τη βοήθειά του για την αναδιοργάνωση του Καποδιστριακού και του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου. Η απόρριψή όμως από τους Έλληνες συναδέλφους του που δεν μπορούσαν να παραδεχτούν το επιστημονικό μεγαλείο του Καραθεοδωρή ήταν διαρκής. «Δεν χρειαζόμαστε τόσους επιστήμονες που δεν μορφώνονται σωστά και πανεπιστήμια και δεν πληρώνουν ανάλογα» συνήθιζε να λέει.

Παρά τις αντιξοότητες αρκετές προτάσεις του εφαρμόστηκαν μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Μια από τις μεγαλύτερες μελέτες του Καραθεοδωρή που έγραψαν ιστορία ήταν για τους κίονες του Παρθενώνα υπό τον τίτλο «Περί των καμπυλών του στυλοβάτου του Παρθενώνα και περί της αποστάσεως των κιόνων αυτών». Ήταν αυτός που ανακάλυψε ότι οι μπροστινοί κίονες του Παρθενώνα έχουν τόξα από κύκλους με ακτίνα πέντε χιλιομέτρων ενώ οι πίσω κίονες έχουν ακτίνα δέκα χιλιόμετρα, με αποτέλεσμα να μοιράζεται καλύτερα το βάρος πάνω στον κάθε κίονα. Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή και όχι Καραθεοδωρής όπως λανθασμένα αναφέρεται συχνά, δε δίστασε να υψώσει το ανάστημά του και κατά του ναζισμού. Ως καθηγητής στη ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ έκανε λευκή απεργία αλλά κανείς δεν τόλμησε να τον ενοχλήσει ή να τον συλλάβει καθώς οι ναζί φοβούνταν τη διεθνή κατακραυγή. Πέθανε σε ηλικία 77 ετών στο Μόναχο το οποίο δεν εγκατέλειψε ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μέχρι το τέλος της ζωής δεν σταμάτησε να μελετά και να ασχολείται με τη μεγάλη του αγάπη, τα μαθηματικά.  …

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/konstantinos-karatheodori-o-mathimatikos-pou-voithise-ton-ainstain-ke-ton-venizelo-ke-aporriftike-apo-tous-ellines/

Read Full Post »

dsc_4491

Το Σάββατο στις 28 Ιανουαρίου 2017 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Β’ Δημοτικού Σχολείου Κρανιδίου η Δημοτική Παράταξη «ΠΡΟ.ΣΥ.ΕΡ» – Προοδευτική Συμμαχία Ερμιονίδας, διοργάνωσε θεματική εκδήλωση, αφιερωμένη στον πολιτισμό και στην ιστορία του τόπου μας. Το θέμα της εκδήλωσης ήταν ο ρόλος της Ερμιονίδας κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 και η Γ’ Εθνοσυνέλευση του 1827 στην Ερμιόνη. Οι εισηγητές – ομιλητές της εκδήλωσης ήταν ο κ. Μιχάλης Ζώσης – καθηγητής φιλόλογος και τέως Γυμνασιάρχης που παρουσίασε τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα της επαναστατικής περιόδου στην Ερμιονίδα καθώς και τους ήρωες της Ερμιονίδας, ο κ. Γεώργιος Κόνδης – καθηγητής κοινωνιολόγος, Διευθυντής του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Ναυπλίου, Κρανιδίου, ο οποίος παρουσίασε σημαντικά κοινωνικά, οικονομικά και ιστορικά στοιχεία κατά την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο στον τόπο μας στην Ερμιονίδα. Στην συνέχεια ακολούθησε εισήγηση της κ. Μαρίας Οικονόμου – αρχιτέκτων, μηχανικού που παρουσίασε την ιστορία της ανάδειξης και αξιοποίησης του κτιρίου που στεγάζει το Ιστορικό Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης, κτίριο ιστορικό στο οποίο πραγματοποιήθηκε η Γ’ Εθνοσυνέλευση το 1827, καθώς και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία που τηρήθηκαν κατά την αναστήλωσή του με βάση τις οδηγίες που δόθηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού.

DSC_4481.JPG

Ο Δημοτικός Σύμβουλος και επικεφαλής της Δημοτικής Παράταξης κ. Τάσος Γ. Λάμπρου συντόνισε αυτή τη θεματική εκδήλωση, παρουσίασε το σκεπτικό για αυτή την πρωτοβουλία και επισήμανε την ανάγκη οι δημοτικές παρατάξεις να αναπτύξουν σημαντικές πολυθεματικές παρεμβάσεις στην τοπική κοινωνία. Έκανε αναφορά – παρουσίαση στην ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. 246/2012 του Δήμου Ερμιονίδας με την οποία είχε προταθεί η καθιέρωση δύο τελικών επετείων – εορτών εθνικού χαρακτήρα για την πρώτη διακήρυξη της Κυβέρνησης του Κρανιδίου στο Κρανίδι και για τη Γ’ Εθνοσυνέλευση του 1827 στην Ερμιόνη. Επίσης την πρόταση του Δ.Σ. του Ερμιονικού Συνδέσμου στις 10/09/2015 για καθιέρωση εθνικής τοπικής εορτής στην Ερμιόνη, την απόφαση 2/2016 του Συμβουλίου της Δ.Κ. Ερμιόνης που αποφάσισε ομόφωνα την αποδοχή της πρότασης του Ερμιονικού Συνδέσμου και την ολοκληρωμένη πρόταση προς το Δημοτικό Συμβούλιο για να καθιερωθεί επίσημη ιστορική επέτειος της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης.

dsc_4477

Στην συνέχεια παρουσίασε την ομόφωνη απόφαση 34/2016 του Δ.Σ. του Δήμου Ερμιονίδας με την οποία εγκρίθηκε η απόφαση 2/2016 του Συμβουλίου του Δ.Κ Ερμιόνης καθώς και η συγκρότηση της οργανωτικής Επιτροπής και το το ιστορικό της Γ’ Εθνοσυνέλευσης του 1827 στην Ερμιόνη όπως αυτό παρουσιάζεται στην ιστοσελίδα του ΙΛΜΕ. Ο Δημοτικός Σύμβουλος κ. Τάσος Λάμπρου τόνισε τα εξής: «Η εκδήλωσή μας ήταν ένα αφιέρωμα στον πολιτισμό και στην ιστορία, μία πρωτοβουλία γνώσης για να μάθουμε και να εμβαθύνουμε στην ιστορία του τόπου μας.

  • Μία πρωτοβουλία ενημέρωσης και στήριξης των επετειακώων εκδηλώσεων για τη Γ’ Εθνοσυνέλευση του 1827 στην Ερμιόνη που θα διοργανώσει ο Δήμος Ερμιονίδας.
  • Μία πρωτοβουλία ευαισθητοποίησης για τη δυνατότητα που μας δίνεται για να αναζητήσουμε από τις πηγές περισσότερα στοιχεία για την καταγραφή της ιστορικής μνήμης.
  • Μία πρωτοβουλία διαμόρφωσης νέων ρόλων για τις δημοτικές παρατάξεις με την ανάπτυξη πολυθεματικών δράσεων.
  • Μία πρωτοβουλία ανοικτή στην κοινωνία. Η σημερινή σας παρουσία αυτό αποδεικνύει.
  • Μία πρωτοβουλία για να διαμορφωθεί ένα νέο διοικητικό πλαίσιο για την τοπική αυτοδιοίκηση για θέματα της τοπικής ιστορίας με την κατάθεση των προτάσεων μας.

Οι προτάσεις μας είναι οι εξής:

  • Είμαστε στη διάθεση της διοίκησης του Δήμου και της Οργανωτικής Επιτροπής για να βοηθήσουμε για την καλύτερη δυνατή επιτυχία των επετειακών εκδηλώσεων για τη Γ’ Εθνοσυνέλευση του 1827 στην Ερμιόνη.
  • Ζητάμε την άμεση αξιοποίηση της δωρεάς του αείμνηστου Κώστα Δημότση ή Έλληνα για τη δημιουργία ιστορικού αρχείου του Δήμου μας έτσι ώστε να γίνει σεβαστή η βούληση του δωρητή.
  • Επικαιροποίηση της απόφασης 246/2012 για καθιέρωση δύο τοπικών εθνικών ιστορικών επετείων μία στο Κρανίδι και μία στην Ερμιόνη.
  • Άμεση σύσταση εταιρείας μελετών για την ιστορική, πολιτιστική έρευνα με αντικείμενο αναζήτησης στον ευρύτερο χώρο της Ερμιονίδας.
  • Σύμφωνο συνεργασίας των Δήμων της Αργολίδας και του Αργοσαρωνικού σε συεργασία με την τοπική εκκλησία με σκοπό την ανταλλαγή αρχειακού υλικού – πηγών καθώς και την καλύτερη δυνατή προετοιμασία των εκδηλώσεων που θα πραγματοποιηθούν για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821.

dsc_4445

Read Full Post »

ell

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη, τρεις η ώρα το πρωί·

οι στιγμές των ρολογιών καρφωμένες στο σκοτάδι·

κι’ ως να άνοιξαν οι πύλες, απ’ τους φύλακες του Άδη,

σαν ο Γκράτσι πήγε νά ’βρει των Ελλήνων την ψυχή.

Κι’ ως να εδάκρυσε η μέρα ξημερώνοντας βουβή,

σαν ο ίσκιος της τραβούσε κατά κει που λάμπει ο ήλιος

ενδοξότατος, τρανός, απ’ τ’ αθάνατο το σφρίγος

που, στου Έλληνα – φωτός, φωτοανεξάντλητη ροή –

δόξης στέφανο ηλιόπρεπα φορεί στην κεφαλή,

και μετέωρη εστάθη, μόνο λίγο, πριν χαράξει,

των Ελλήνων την περφάνεια, για να δει και να θαυμάσει:

θαλερή, χρυσανταυγίζουσα, ξανά, φεγγοβολή.

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη. Και η ελπίδα ζει ξανά·

θαρρετή, ζωντανεμένη, στην Ευρώπη μία κόχη

που η άμοιρη εθαμβώθη, απ’ την άρνηση με τ’ ΟΧΙ,

απ’ τα χείλη που ειπώθη του Ιωάννη Μεταξά.

Χρόνια πριν, ο νέος «Καίσαρ» στη Μεσόγειο αλυχτά,

στα νερά της τη θωριά του – την κυνός – ολογεμάτος,

με όνου χάρη καθρεφτίζει, μοναχός κι’ όλο φευγάτος,

τους λαούς της φοβερίζει, με την αίγλη του μεθά.

Μα δειλός μέσα στο θράσος, σα μιλά με τους Ρωμιούς,

περί άλλων σαν τυρβάζει, ωσάν Νέρωνας ομοιάζει,

κι’ αν τους τάζει πετραχήλια και λαγούς και οργιάζει,

προσπαθεί να τους κοιμίσει, μην τους εύρει ξυπνητούς.

Κι’ έτσι άνανδρος πως είναι, στου Αυγούστου τα μισά,

εις της Τήνου το λιμάνι, στα κρυφά και με υπουλία,

ωσάν κλέφτης κι’ ίδιος ψεύτης – μια βαριά ιεροσυλία –

στη γιορτή της Παναγίας, του σαράντα τη χρονιά,

κει που σύσσωμο το Έθνος την Παρθένο του υμνεί,

κι’ απαράλλαχτα όπως πάντα την ψυχή του αναπέμπει,

ο Μπενίτο Μουσολίνι, μοχθηρός, σαν γύπας φέγγει,

ύπουλα, δειλά κι’ ανοίκεια, μ’ ούτε καν λίγη ντροπή,

τον τορπιλισμό της Έλλης βρήκε πράξη «ηρωική»,

με συνέπεια στο ψεύδος και στο όνειδος που πλέει

ως φελλός μέσα σ’ αυτό – δυσωδία αποπνέει –

να διαπράξει ως φόρο μίσους, στην Ελληνική ψυχή.

Γιατί ο άλλος «Αυτοκράτωρ», απ’ τα μέρη του βορρά,

χωρίς Ντούτσε να ρωτήσει, κάνοντάς τον να σιωπήσει,

πήρε φόρα, και το άρμα του σαν κένταυρος τροχίζει,

και τις χώρες της Ευρώπης καταπίνει στη σειρά.

Κι’ ως ο νέος Καίσαρ είδε την Ευρώπη να λυγά,

και του εφάνηκε πως χάνει τη μεγάλη ευκαιρία

πίτα έτοιμη να χάψει, ξαφνικά, με μαεστρία,

στα καλά του, πήρε θάρρος, και τον πόλεμο αρχινά.

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη. Πριν να ’ρθεί το πρωινό,

με το Γκράτσι πρεσβευτή, και θαρρώντας το παιχνίδι,

στην Ελλάδα πως θα μπει και πως έχει φτάσει ήδη,

τελεσίγραφο πολέμου στέλνει στον πρωθυπουργό.

Μα η απάντηση εγνωσμένη: Ένα ΟΧΙ βροντερό –

Ένα ΟΧΙ σαν αγέρας που ελεύθερος σφυρίζει

και που, όταν χρειαστεί, ως θεόρατος μουγκρίζει –

σαν το σάλπισμα της μοίρας των Ελλήνων, το ιερό

που δεν ζει κάτω απ’ τον μαύρο ή τον κόκκινο ζυγό

του στυγνού του φασισμού και του ναζισμού τη βία,

τη σκλαβιά δεν την αντέχει, πολεμά για ελευθερία,

δεν φοβάται Συμπληγάδες, τις νικά όπως η Αργώ.

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη, στων συνόρων τη γραμμή,

στης Ηπείρου τις κορφές κι’ ως της Πίνδου μας τα όρη,

με βροχή κατακλυσμιαία, παγωνιά και ξεροβόρι,

μας εκάλεσε η μοίρα για σκλαβιά ή για τιμή.

Μες στην ίδια εκειά τη νύχτα ξανακούστηκε δια μιας,

ως οι άνθινες σταγόνες που μετέωρες στεκόνταν –

ιστορίας υποψία – ωσάν χείμαρρος γεννιόνταν,

το “αέρα” των Ελλήνων – Φύγε ξένε, δεν περνάς.

ΟΧΙ ανέκραξαν και πάλι, ΟΧΙ στον κατακτητή –

το ελεύθερο το πνεύμα των Ελλήνων κι’ αν ’ποστάσει,

ζωντανεύει θεριεμένο, όταν πρόκειται να δράσει –

ΟΧΙ στη σιγή του ανέμου, δεν μας πάει τέτοια ντροπή.

Και με μια πνοή το Έθνος, σε μια ’νάταση υψηλή,

Θερμοπύλες, Μαραθώνες, λευτεριά για σε διψώντας,

και το Κούγκι και το Σούλι, τα Ψαρά με σε τιμώντας,

εστεφάνωσε και πάλι την Ελληνική ψυχή.

Την ψυχή του εικοσιένα, την ψυχή της κλεφτουριάς –

την ψυχή της Αλαμάνας, που και πάλι στέκει ολόρτη,

την ψυχή του Βαλτετσίου, που σε μια στιγμή αψηλώθη –

που δεν άντεξε ποτέ της το ζυγό, ζυγό σκλαβιάς.

Ως η θάλασσα που αφρίζει σαν κτυπά σ’ ακροβραχιά,

απ’ το Ιόνιο στο Καλπάκι, κι’ από κει έως τις Πρέσπες,

στη Γραμπάλα με τη λόγχη, χαλασμός μέσα σε σφαίρες,

ξεχυθήκαν οι λεβέντες, της Ελλάδος γης παιδιά.

Μες στη φλόγα του πολέμου, των Ελλήνων οι βλαστοί,

τί κι’ αν λίγα μέσα είχαν μπρος στη σέσουλα του ολέθρου,

τι’ κι’ αν λίγοι ήσαν – είχαν την τιμή ιερού πολέμου –

για τη νίκη ξεκινήσαν, με μια θέληση σκληρή.

Στης Ηπείρου εκεί το βλέμμα που αετίσιο αιμορραγεί,

Ηπειρώτισσες μανάδες, αδελφές μαζί και κόρες,

με προμήθειες στον ώμο, στην ψυχή ως Μυρμιδόνες,

στην ομίχλη, στην αντάρα, στο λυγμό πνιγμοσιγή,

μα καθρέφτισμα η ματιά τους, φλόγας ήλιου ιερής,

τα εφόδια ρυμουλκούνε στην πυροβοή της μάχης,

και κουράγιο, παρηγόρια, στο αντιφέγγισμα της λάμψης,

στο στρατιώτη τα προσφέρουν, φυλαχτό της άγιας γης.

Απ’ το αίμα, το μπαρούτι, τις φωνές, τους στεναγμούς,

κι’ απ’ τους «Fanti della morte», τους στρατιώτες του θανάτου

που δεν έμεινε κανείς τους στη Γραμπάλα κι’ ως κει κάτου,

εραγίσανε κι’ οι πέτρες μες στους τάφους τους υγρούς.

Εσαλέψαν μες στ’ ανέμου την αντάρα τη βαριά,

ωσάν έκρηξη ηφαιστείου που πολλά χρόνια κοιμάται,

μα όταν έλθει ο καιρός του αφυπνίζεται, βρυχάται,

τα ποτάμια, η γη, τα όρη, κι’ απορήσανε κι’ αυτά.

Η ψυχή του αντρειωμένου, η περήφανη ψυχή,

απ’ τους Άγιους Σαράντα, κι’ από κει ως το Τεπελένι,

στη Χιμάρα, Κορυτσά, στ’ Αργυρόκαστρου τα μέρη,

λευτεριά και δόξα σπέρνει μες στης μάχης την ορμή.

Εις της Πίνδου τις χαράδρες, τις κορφές, τις ρεματιές,

απ’ το Σμόλιγκα στο Γράμμο, μ’ ούτε ανάπαψη λιγάκι,

κι’ ως τη Φούρκα που ματώνει απ’ το στήθος του Δαβάκη,

φεγγοβόλησαν μ’ ανδρεία και αστράψαν οι ματιές..

Και καθώς του Ντούτσε η αίγλη θρυμματίστηκε με μιας

και το γόητρό του ετρώθη στα βουνά της Σαμαρίνας,

ο στρατός του «μέγα» Φύρερ, της σεπτής Μακεδονίας

εναντίον και της Θράκης, ξιφουλκήζει μονομιάς.

Και θα είχε ίδιο τέλος, ως ο άλλος μολευτής,

θα πλανιόταν αιωνίως στα οχυρά και στα λαγκάδια,

ωσάν μόλεμα που χάσκει, σαν κορμιά που μένουν άδεια,

αν δε λύγιζαν οι Σέρβοι προς βορράν της Γευγελής.

Μα και πάλι η πλάση όλη αφουγκράζεται, γρικά,

ξεπετιέται, αναθαρρεύει, τη ματιά πετά στα ύψη,

κει που Πάνθεο ηρώων της Ελλάδος κλειούν στα χείλη

τις μολπές ελευθερίας στη γραμμή του Μεταξά.

Και η δόξα, αν και μόνη, στις υπόγειες στοές,

εις του Ρούπελ τα λιοντάρια και στου Λίσσε την περφάνεια,

στου Περιθωριού τη λάμψη, και στου Εχίνου τα διαμάντια,

αποκαμωμένη ζώνει τις σεπτές τις κεφαλές.

Μα και η Λεβεντογέννα, η κορφή του ουρανού,

φυλακάτορας του Νότου και φρουρά της Μεσογείου,

παλικαροσύνης θρέμμα κι’ αρχοντιά ζωής δια βίου,

αστραπτοβογκά με τόλμη που δε βάζεις κατά νου.

Κι’ η Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη, ξεδιπλώνεται, πετά,

κι’ αν για λίγο τρεμοπαίζει, αντιστέκεται και γέρνει

παρ’ ευθύς μόνο μπροστά, και ξανά το άρμα σέρνει,

εις τον Όλυμπο ανεβαίνει και τη δόξα χαιρετά.

Κι’ απ’ τις Πίνδου τα φαράγγια, τις ψηλές βουνοτραχιές,

τώρα πια σε κάθε ράχη και σε κάθε μια ραχούλα,

στα Ελληνόπουλα που θέλουν λευτεριά – μην είναι δούλα –

ξαναζήσανε και πάλι και χτυπήσαν οι καρδιές.

Οι καρδιές που μόνο αίμα, αίμα αγνό Ελληνικό,

ποταμό πνοής ενδόξου, κι’ από στήθη ρωμαλέα

που δε σκιάχτηκαν στα σχέδια του εχθρού τ’ αβυσσαλέα,

είχαν να προσφέρουν τάμα στο βωμό τον ιερό.

Τάμα ανδρείας και θυσίας για τιμή και λευτεριά,

στους αιώνες νάν’ μνημείο αρετής, υψίστου επαίνου

εις τον Έλληνα, Ηρώον θαυμασμού μαζί και αίνου,

τάμα με αίμα ζυμωμένο, κι’ από κόκαλα ιερά.

Και θα μένει εκεί για πάντα, σαν ο χρόνος θα περνά,

στ’ ουρανού τ’ απέραντα ύψη, ορθρινό μεστό του κλέους

των Ελλήνων που σ’ αυτούς προσβλέπουν, πλέον, μετά δέους,

τ’ όνομά τους μες στη σκέψη, να θυμίζει λευτεριά.

Λευτεριά! Είναι μια λέξη, λέξη μόνο Ελληνική –

που αμάλαγα κραδαίνει τη ρομφαία, ως θεία δίκη,

δίχως μίσος, μόν’ με πάθος, για ιερή δικαιοσύνη –

Εδωπέρα εγεννήθη και αιώνια θε να ζει!

Λευτεριά! Είναι μια λέξη, λέξη μόνο Ελληνική.

Εδωπέρα εγεννήθη και αιώνια Ναι! Θα ζει!

 

                                                                                                                                                                                                                                      Ιωάννης Παναγάκος

                                                                                                                                                                                                                   Σ.Σ.Ε./1971

                                                                                                                                                                                                                                                Δάσκαλος Σκακιού – Λογοτέχνης

                                                                                                                                                                   Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

Read Full Post »

παναγάκος

ΑΧ, ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ, ΜΑΝΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

μην αλωθείς ξανά…

«Όσοι το χάλκεον χέρι

βαρύ του φόβου αισθάνονται

ζυγόν δουλείας ας έχωσι·

θέλει αρετήν και τόλμην

η ελευθερία.»

                                    Ανδρέας Κάλβος

Ι                       ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ ΑΧ

 

Πατρίδα μου αχ, πώς να σταθώ, ορθός να πολεμήσω

τον φόβο, τον ορυμαγδό της αλλαγής του κόσμου,

τον δράκο που παγκόσμιος κλέβει το χθες, το φως μου,

σαν άμμο από τα δάχτυλα, σαν κλέφτης, πώς να ζήσω!

Ν’ αλλάξω πώς, αυτόν τον ρουν, που τρέχει χειμαρρώδης,

που αφρίζει και λυσσομανά και σαν θεριό μουγκρίζει,

το σπιτικό μου που γκρεμνά και τ’ όνειρο τσακίζει,

που τα παιδιά μου οσμίζεται σαν μέγας, νέος Ηρώδης!

Σε ποιό λιμάνι, ποιό γιαλό, το σκάφος μου ν’ αράξω,

να μην αφήσω το θεριό το μέλλον να επιτάξει

αφού, της ύβρεως μου ζητά, αυτής πού ’χα διαπράξει,

τα επίχειρα τα φοβερά, ευθύς να τα εισπράξω.

ΙΙ                     ΩΙΜΕ

Ωιμέ, ωιμέ που εξόρυσσα τον ήλιο απ’ την ψυχή μου,

ο ίδιος, με τα χέρια μου, τον θρου, τα βήματά μου·

που στ’ όνειδος με πνίξανε τ’ άνομα κρίματά μου,

κι ατίμασα το πνεύμα μου, τ’ όνειρο, τη φυλή μου.

Ωιμέ, που ο νους μου, ξέμπαρκος, ρεμπέλεψε* στη δίνη

των ρόζνοων* «realities», “event” και των “gala”,

στων «σήριαλ» την ηδονή – τοπία όλα θολά –

σ’ επίπλαστους παράδεισους, παλάτια μες στη θίνη*·

και στων φαντασιώσεων τις φρούδες ουτοπίες

π’ απλόχερ’ άχυρα, σανό, οι αφέντες μας κερνούν,

σε παραμύθια άτοπα που τ’ όνειρο γερνούν,

σε υποσχέσεις ψεύτικες κι άσκοπες φλυαρίες.

Αλί, που τη ρουτίνα μου ρουτίνιασα στις στέπες

των ραχατλίδικων εφέ, στους νόμους των Νενέκων,

σε συζητήσεις «χαβαλέ» για πόλεις των Ασδέκων,

για UFO, και για γκόμενες, σουβλάκια, «σνακς» και κρέπες·

στις μίζες των συναλλαγών, στων ψήφων τα ρουσφέτια,

στις διαβουλεύσεις της T.V. στις «κοκορομαχίες»

σε πασαρέλες «γκλαμουριάς», με πόρνους και λεσβίες,

σε κάθε πόλη και χωριό, νομούς και βιλαέτια.

Αλί, αλί και τρισαλί, που την απώλειά μου

ο ίδιος παχυδέρμισα στον ετσιθελισμό,

στα «φάρμακα» και στο χασίς και κάθε εθισμό

και, μες στην ηδυπάθεια, ακύρωση του γάμου·

στο «δε βαριέσαι βρε αδερφέ», που φόρεσα στεφάνι,

σαν ξάπλωνα σε ρυπαρές ραγιαδισμού ξαπλώστρες

και τά’ ονειρά μου κρέμαγα στου Αιόλου τις απλώστρες,

σαν χάνος που καθόμουνα, αυνάν και νάνι – νάνι·

τη θέμιδα που λέκιασα, με τρυφηλά* ρεγάλα*,

ρεμούλες* ποθοπλάνταχτες κι αλλαξοραχιαίες*,

με μεζονέτες και offshore, ροζ βίλες, ξένες γαίες,

που σαν πιράνχας έψαχνα τη χύτρα, την κουτάλα,

πώς έχασα την πίστη μου και κάθε ιδανικό!

ΙΙΙ                    ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Μα ήρθε ο καιρός ν’ αναστηθώ, να σηκωθώ να ζήσω

ξανά, σαν πρώτα, στα ψηλά, στ’ αγέρωχα κονάκια*,

στις άδολες αετοκορφές, στ’ ακλόνητα ρουπάκια*,

νέα ζωή, σαν τα παλιά, σελίδα να γυρίσω·

στης άνοιξης τις γειτονιές και στ’ ουρανού τις στράτες,

στης δόξας τ’ αετώματα, στης αίγλης το γιαλό

να χαίρομαι τη χαραυγή, τον ήλιο να φιλώ,

να γίνουμε όλοι αδέρφια μου, νέου ’ρανού επιβάτες.

ΙV                    Ο ΓΟΛΓΟΘΑΣ

Ξυπνώ και βλέπω γύρω μου, βλέπω κι ανατριχιάζω,

του νου την ποδηγέτηση, τη νόθευση της γνώσης,

του δίκαιου τον κατατρεγμό, του ήθους τις εξώσεις

και μένα μες στον άνεμο, κλαράκι να ομοιάζω.

Νάνους, στο πνεύμα, στην ψυχή, να μ’ οδηγούνε βλέπω·

κι ηγέτες βλέπω νά ’ν’ σκυφτοί, με υποταγή, ω, Θεέ μου,

την πάταξη κάθε πνοής, το πνίξιμο τ’ ανέμου

και κάθε δικαιώματος, ω, πώς το επιτρέπω,

το σπάσιμο, την εκδορά και την κατάργησή του,

από αυτούς που επέλεξα για να με προστατεύουν,

ω, πώς γιαλό αλλάζουνε, ν’ αφανιστώ γυρεύουν·

αχ και νά ’δειχνέ τους ο λαός τη δίκαιη οργή του!

Πατρίδα, αχ, πατρίδα μου, τί σού ’μελλε να πάθεις!

Σαν ομελέτα σε χτυπούν και σαν πηλό σε πλάθουν,

στο χάος σε κατρακυλούν, βουβή πώς σε διαπλάθουν

ραγιάς να νιώσεις στην ψυχή, στο σκύψιμο να μάθεις·

στη «νέα τάξη» να χωράς, στην κλίνη του Προκρούστη,

ω, πώς σε μαγειρεύουνε, κατά την όρεξή τους –

Κουασιμόδο, σε θωρούν, μέσα στη φυλακή τους,

που άλλο δεν ξέρει για δουλειά, απ’ του … οργανοκρούστη.

Κι εγώ, πώς να μην φοβηθώ, τρόμος να μην με πιάνει,

που ακούω υποχθόνιες οντότητες να ουρλιάζουν,

με πείνα να με απειλούν, με χάος να μ’ εκβιάζουν –

και τον καημό μου, πού να πω, ο πόνος μου να γιάνει,

που στα κρυφά, στα φανερά, μου μήνυσαν «στ’ αυγά μου

να κάτσω», να μη νοιάζομαι, πατρίδα, αν σ’ αλώνουν,

αν σε βιάζουν στην ψυχή, τα μάτια σου, αν ματώνουν,

αν ασελγούν στο σώμα σου, ακόμα και μπροστά μου,

μην και βρεθώ εξόριστος στ’ αζήτητα του χρόνου

ή, μήπως, ναυτολογηθώ στα «γκρι» σκαριά στου Αιγαίου,

του πέλαγου του Ελληνικού, του ένδοξου, του ωραίου,

στη θάλασσα της λευτεριάς, του κάματου, του πόνου,

με φόντο ημισέληνο στο διαβατήριό μου,

και να θωρώ τους Βάρδαρους Μακεδονιζομένους·

τ’ αστεροπούλια τα γλαυκά, τη θάλασσα του γένους,

με φερετζέ να ίστανται στο κοιμητήριό μου·

και σε πατρίδα μου γλυκιά, μισή, κουτσουρεμένη.

Μα πώς, ν’ απλώσω τα φτερά, γοργόφτερα της νίκης,

που έχασα την αρετή, και πού να βρω την τόλμη…

V                     Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Μια ’λπίδα έχω, μοναχά, σε Εσέ Θεέ προστρέχω

και κλαίω για τα κρίματα της άμοιρης ψυχής μου·

και σου ζητώ συγχώρεση, μ’ αυτήν, της προσευχής μου

ολόθερμη παράκληση, και την ευθύνη υπέχω·

κι έλεος τώρα σου ζητώ κι υπόσχεση σου δίνω,

να θυμηθώ το χρέος μου, ν’ αστράψει η γενιά μου·

όρκος τιμής είν’ τα καυτά, τα μαύρα δάκρυά μου,

στον δρόμο μου αταλάντευτος, στο εξής να παραμείνω·

τον στίβο τον πνευματικό να κάνω αραξοβόλι,

και την αγάπη Σου πανιά, ν’ ανοίξω στην καρδιά μου,

για τη σπορά του λόγου Σου να ορθώσω τη λαλιά μου,

μήπως κι αλλάξουν οι καιροί κι αλλάξουνε κι οι ρόλοι.

Και παίρνω θάρρος στο μυαλό, και στην ψυχή κουράγιο,

μ ’ασπίδα μου την Παναγιά, με βέλος την αγάπη,

την ιστορία ελπίδα μου, αυτήν που μου εκλάπη,

τη δύναμη του πνεύματος που ’ν’ φωτοβόλο κι άγιο,

τόλμη να παίρνει απ’ την ψυχή, κι αυτή να το φτερώνει,

κι ακόμα, με την αρωγή του ουρανίου Νόμου,

πυξίδα μου την αρετή, το φως για οδηγό μου,

βγάζω φωνή και απαντώ, μες στης ζωής τ’ αμόνι,

παίρνοντας άδεια απ’ την καρδιά, από τον ουρανό της,

και με αξίνα πνεύματος, διασάλπισμα* μεγάλο,

με δύναμη αστείρευτη που απ’ την ψυχή μου πάλλω,

νά ’χω συνείδησ’ ήσυχη – για τον αναπαμό της –

στέλνω στους τόμους των βουβών αιώνων της αλήθειας,

τούτα τα εντελλόμενα ρήματα της ψυχής μου·

λόγια πλασμένα μ’ όνειρα, λόγια – φρυγμένοι πόθοι

και εκ Θεού, αείποτε, εξεπορευομένων…

VΙ                    ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ

Ακόμα και αν ήμουνα, του πλήθους των αιώνων

φταίχτης, ο μεγαλύτερος· στο ύψος που μου αρμόζει

ακόμη κι αν δε στάθηκα, αυτό που συναρμόζει

το μέλλον με το παρελθόν, των ιδικών μου αγώνων·

στου σκάφους μου την οιμωγή κι αν εθελοτυφλούσα·

ακόμη, ναι, και τότε…

Ακόμα κι αν ναρκώθηκα και έβλαψα αναίτια

τον ίδιο μου τον εαυτό, σαν Συβαρίτης γόνος,

και ήμουν για το μέλλον μου, εγώ ο ζημιογόνος,

κι η τελευταία μου διαδρομή ήταν γι’ αυτό η υπαίτια,

θέλω, ως εννοιόσημος*, ενδόκαρπος* να είμαι

λαός· και αυτεξούσιος, το μέλλον να ορίζω,

μ’ όλους τους άλλους τους λαούς μαζί, κι εγώ, ν’ ανθίζω,

κι όχι να με ορίζουνε, σαν άθυρμα να κείμαι.

Το Σύνταγμά μου θά ’θελα – μ’ αγάπη πού ’χω φτιάξει,

με πόνο, αίμα, δάκρυα – μην το παραβιάζουν,

αλλιώς, εμέ ως οντότητα είναι, σαν να βιάζουν·

το Σύνταγμά μου, γιατ’ αλλιώς, ποτέ δε θα χαράξει!

Να είμαι πάντα λεύτερος, δεν είναι «λόγου σχήμα»·

αιώνιες βροντούν γι’ αυτό, οι παρακαταθήκες,

των περαζάμενων καιρών, του πνεύματος οι νίκες,

προγόνων ιερών ιαχές, της ιστορίας το βήμα.

VΙΙ                  Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΤΑ ΛΑΜΠΡΑ

Δείτε…

Του Προμηθέα αντίλαλος είμαι αυτοθυσίας,

για του ανθρώπου τη σπορά, το βάλσαμο του κόσμου·

μονάχος μου επάσχιζα για το καλό του· ατός* μου!

κι αυτός μου τ’ αναγνώριζε, σαν νά ’μουνα Μεσίας.

Αιώνια θάλπος ήμουνα, στου ανθρώπου το πλευρό,

γι’ αυτόν θυσιαζόμουνα, ως Ηρακλής κι Ορφέας·

και μου αρκούσε, ως έπαθλο, ένα κλαδί ελαίας·

δεν ήξερ’ από μετοχές, δολάρια κι ευρώ!

Κι είμαι ηχώ της σύλληψης και της εφαρμογής

των πανανθρώπινων αρχών, των οραματισμών,

κάποιων γιγάντων πνεύματος, δημιουργών θεσμών

και σκαπανέων της ψυχής κι εγκαύχημα της γης:

των πρώτων, πρώτα πολιτών, πολιτικών του κόσμου,

Λυκούργου και του Περικλή, του Σόλωνα, Κλεισθένη·

πλήθος μεγάλων οδηγών, που τη ζωή τη ραίνει

με μύρα άυλα, ηθικά, και μ’ ευωδιές του δυόσμου.

Και της ψυχής οι ένθεες συμπάντων θεωρήσεις,

των φιλοσόφων Πλάτωνα, Ηράκλειτου, Σωκράτη,

που πάμφωτοι ανέδειξαν του νου την ηλακάτη –

του κόσμου εφόδια έγιναν, ανατολής και δύσης –

καθώς και άλλων αστεριών, λουλούδια της αυλής μου,

του Πυθαγόρα και, του νου, τον μέγα Αριστοτέλη,

και, όχι, μόνο· όλοι τους, του πνεύματος τα βέλη·

εδώ φυτρώσαν κι άνθησαν, στον κήπο της ψυχής μου·

στην επικράτεια αυτή που κάποιοι λοιδωρούν,

που τόσα μόνη πρόσφερε και στον δικό τους ρουν.

Τόσα και τόσα οράματα ’ψηλόθωρες ιδέες,

πανυφηλίου απήχησης πνευματικών μορφών,

ω, ων ουκ έστι αριθμός, μόνο εδώ, δεν έλαμψαν;

Να, το «κοινόν των Ελλήνων» λαμπερόχρωμο αστέρι!

Ιδού, των Αμπελακίων, το φως της Κοινότητας!

Να, κι άλλο που φέγγει αστέρι, για δες, του Ρήγα η Χάρτα!

Κι ο Θούριος παίζει στην καρδιά κι Ολύμπια την φτερώνει!

Νά τα, τ’ αστέρια τα λαμπρά…

Νά τα, τα ελπιδόχρωα, ’κείνο της Επιδαύρου,

κι αυτά που ακολούθησαν, Συντάγματα αρίστων

έργο μορφών ενάρετων, ηρώων φιλοχρήστων –

που από το χνώτο γλύτωσαν, μόλις, του μινωταύρου-

ολόφωτα ανθρωπογενή, φιλάνθρωπα που λάμπουν

στα ήθη και στα έθιμα, τ’ αγνά και λαμπερά,

στις σκέψεις, στις συνήθειες, στα έργα τα λαμπρά –

στις δέλτους τις ολόχρυσες της ιστορίας νά ’μπουν –

του τόπου αυτού του ιερού, του ένδοξου του άγιου,

στις παραδόσεις τις απλές, στους άχραντους τους πόθους,

όπως αυτοί ξεχύνονται απ’ τους γενναίους ρόθους*,

και θάλπονται στην αγκαλιά του εθνικού καρνάγιου*

του Έλληνα· που αναβρούν κι από άσματα δημώδη

κι απ’ τους αγώνες του λαού για κάθε τι ωραίο·

ανθρώπινους, ειρηνικούς, με αίσθημα πηγαίο·

αγώνες υψιμέλαθρους* γι’ ανθρώπινα ιδεώδη,

γι’ αγάπη, για ομόνοια και για δημοκρατία,

ελευθεριά του πνεύματος γι’ αδέσμευτη τη σκέψη –

που ολόφωτη, σαν χαραυγή, τον άνθρωπο θα στέψει –

δικαιοσύνη, αρετή και γι’ ανεξαρτησία·

με σεβασμό στον άνθρωπο, στο πνεύμα στις ιδέες,

σε κάθε φύλλο και φυλή, στην πίστη και στο χρώμα,

στο εύρος και στο ανάστημα, στο επάγγελμα, στο διώμα,

με σκέψεις υψιμέδουσες, που θάλλουν ρωμαλέες!

Κι αυτός ο ρους, το βήμα μου, δεν ήταν μια κεντιά,

μα αιώνων τ’ άγιο πέρασμα, στη γη θεού ματιά.

VΙΙΙ                 ΕΠΕΙΔΗ

Τον κόσμο τον αγάπησα και πάσχιζα γι’ αυτόν·

την άνοιξη δεν κούρσεψα, μυρμήγκι δεν πατούσα,

το χρέος και το λόγο μου, ποτέ δεν αθετούσα

δεν πρόσφερα στον άνθρωπο θρήνον και κοπετόν·

συρράξεις δεν προκάλεσα στο ίχνος των ανθρώπων

ούτ’ αστυνόμος έγινα, παγκόσμιος, του νου·

δεν ψέκασα, δεν χάραξα το φέγγος τ’ ουρανού,

δεν ήμουνα σφετεριστής των Άγιων των Τόπων·

με σφαίρες δεν θρυμμάτισα τα όνειρα αθώων

ουδέ εκατόμβες γέννησα θυμάτων τραγικών,

τροφίμους κρεματόριων και τάφων μυστικών

και λίμνες από δάκρυα λυγμών πικρών και γόων.

Κι ακόμα, ούτε έχτισα κάποιο πανούργο «ράιχ»*

που τίποτα δε σέβεται, ούτ’ όσιο κι ιερό

να τρώει την ανθρωπότητα με βόμβες ή μ’ ευρώ,

και τις ψυχές να τυραννά, με «αλί» και «βαχ» και «βάιχ».

Κι αν λόξεψα τον δρόμο μου, για λίγο, μόν’ μια στάλα,

και χρέος έχω υλικό σε κάποιους πιστωτές

που, δήθεν, νοιάζονται για με – αυτοί οι θηρευτές –

και θέλουν να με βάλουνε στην ψύξη, μες στη γυάλα,

ασήμαντο είναι κι άσημο, μπροστά στα χρέη άλλων,

και είναι, μόνο, πρόσχημα γι’ αυτούς, να διωθώ.

να ντρέπομαι, ν’ αλώνομαι, ν’ αναξιοπαθώ·

βρόχο να πλέξουν στο λαιμό και να πνιγώ απ’ τον «κάλων»*

Κι όμως, αυτές οι ορφνόνερες* ορδές των πιστωτών μου

που κυνηγοί ’ναι άτεγκτοι θυμάτων αφελών,

τους ουρανούς που σκιάζουνε εν μέσω απειλών,

κι ορέγονται την πρόσκτηση των όμορφων γαιών μου,

δεν είναι ολιγότερο υπεύθυνοι από μένα,

δεν είναι ολιγότερο άμοιροι ευθυνών.

Έπειτα, δεν ζημίωσα, περσότερο, κανένα,

απ’ ό,τι ζήμιωσα εγώ απ’ τη συναλλαγή

κι απ’ ό,τι μ’ έβλαψε βαθιά του κόσμου η αχολογή·

θυσία, θύμα έγινα, στου κόσμου την αρένα,

και βάναυσα πληγώθηκα, στα μύχια, στα όνειρά μου,

σε κάθε μου προοπτική ψηλά να ορθωθώ·

το χώμα, άμμο τό ’καναν· κι εγώ πώς να σταθώ,

που μού ’καψαν στον καύσωνα, και τα ισκιόδεντρά μου!

Και τ’ άγναντο* το χρέος μου πού ’ν’ για το θεαθήναι,

δεν είν’ αυτό που πράγματι οφείλω να επιστρέψω·

μα κάτι που ολοφάνερα πρέπει ν’ αποτρέψω·

δεν είναι το πραγματικό, επ’ ουδενί δεν είναι,

που θά ’χα υποχρέωση στ’ αλήθεια να πληρώσω,

αν, οι γνωστοί ερπετόκυνες* των παγκοσμίων αρχόντων,

δεν μ’ έριχναν, ανέντιμα, στο λάκκο των λεόντων,

ζητώντας μου, και την ψυχή να δώσω, όσο-όσο,

και αν δεν το μαστορεύανε, με δήγμα* ιοβόλο,

τ’ ονείδιστο σενάριο που ζούμε, το γνωστό!

Και, πάντως, δε θα έστεργε, δε θα υπήρχε ανάγκη

να υπαχθώ στον άθλιο, αισχρό μηχανισμό,

με τρόπο ανεπίτρεπτο, οικτρό και ιταμό,

που μηχανορραφούσανε οι διάφοροι σαλτιμπάγκοι·

κι ως κράτος δε θα υπέκυπτα, «δίδοντας γη και ύδωρ»,

αν δεν τελούσα όμηρος, υπό ζυγόν θιάσου,

βοώντος και μουγκρίζοντος, υπάνθρωπου και μπάσου

που τάχατες μου εκόμισε κλάδον ελαίας, γη, «δωρ’

αγλαά»* προσφέροντάς μου, Θεέ μου ας είναι ψέμα

ότι είμαι υποχείριο εσμού κακοφρονούντος*,

πανάθλιου, πρωτοφανούς, στο σώμα μου ασελγούντος,

επί παντός στοιχείου μου, κάθε ικμάδας, στο αίμα,

στο πνεύμα μου, στη στράτα μου, στης ιστορίας το ίχνος,

με προφανή, απερίφραστα, σκοπό, την πτώχευσή μου,

τη διάλυση κι εξόντωση κι αποθεμέλιωσή μου·

κερί τ’ αστέρι να γενεί, κι ο ήλιος νά ’ναι λύχνος.

Της κλίκας της παγκόσμιας τη διαταγή εκτελώντας,

αυτοί, οι υποτιθέμενοι Έλληνες κυβερνήτες·

δωσίλογοι, ανάξιοι, αισχροί κι αγιογδύτες

στο μέτωπο, τη χώρα τους, προδοτικά φιλώντας,

Έλληνες, μόνο, τυπικά, ουχ ήττον Εφιάλτες,

με δόλιο τρόπο έχοντας την ψήφο μου υφαρπάσει

και την ψυχή του Έθνους τους, έχοντας εκβιάσει,

των ξένων είναι εκφραστές και θαυμαστές και ψάλτες·

εκπρόσωποι της ίντριγκας της αταξίας πραγμάτων

της απαξίας ιδεών και κάθε ιδανικού,

το γκρέμισμα επιδιώκοντας, την κάμψη του ηθικού

των αετών το σύρσιμο, το γέρμα* των ελάτων·

το μίασμα του σώματος, του νου, της προκοπής μου,

του άμοιρου του Έλληνα, του δύσμοιρου λαού!

ΙΧ                    Η ΝΕΜΕΣΗ

Υπάρχει, όμως, Νέμεση· η Θεία Αρμονία,

Μητέρα-Αρχή του Σύμπαντος, ορθή, ως Θεία Δίκη,

θ’ αστράψει στα τρανά βουνά, του δίκαιου τη νίκη,

και θ’ ακυρώσει, παρ’ ευθύς, την ιεροσυλία·

κι ως Νόμος-Λόγος του Θεού, σαν φως, Λόγος-Αγάπη,

το φως που ’ν’ το απόλυτο Φως-Φάρος των αιώνων·

ο γιατρευτής του κάματου, των ύβρεων των πόνων,

που δε νογά από απειλές, δε σκιάζεται σατράπη,

εκπέμποντας ενέργεια και ακτινοβολία

ξανθόφλογη κι ανθρώπινη, στο πνεύμα μου π’ αρμόζει·

ήλιο, που φέρνει στην καρδιά, και τ’ όνειρο το σώζει,

και που μου σκέπει την ψυχή, μ’ αγγέλων πανοπλία,

χωρίς τον φόβο στην καρδιά, δίχως στη σκέψη πάθος,

θα επιφέρει κάθαρση, γοργά, των εγκλημάτων,

και θα καταλαγιάσει ευθύς, το ρόχθο των κυμάτων,

να σβήσει την ανάμνηση, της άβυσσος το βάθος.

Κι αν έχω για καταφυγή Χριστό και Παναγία,

θα κάνω πράξη τον χρησμό που λέει «συν Αθηνά

και χείρα κίνει», προφανώς, για νά ’ναι ικανά

η προσευχή κι η επίκληση των Θείων, η ευλαλία,

να πιάσουν τόπο και σκοπό, να γίνουν ευνομία.

και να θυμίσουν την ηχώ που την ψυχή ανασταίνει

πως, «του Έλληνα ο τράχηλος, ζυγόν, δεν υπομένει»·

γιατί έχω μέσα μου Χριστό, Χριστό και Παναγία!

Χ                     Ο ΛΟΓΟΣ ΚΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ

Λοιπόν, γι αυτό αγωνίζομαι και δίνω τη ζωή μου·

για μια ιδέα πάμφωτη που λέγεται Πατρίδα!

Σ’ όσες γωνιές, κι αν έψαξα, όλη τη γη, κι αν είδα,

δεν βρήκα ομορφότερη να γέμει την ψυχή μου.

Η ίδια μου φεγγοβολά, το δρόμο να μου δείχνει,

αυτή που έδωσε το φως, το πνεύμα στην Ευρώπη –

Ευρώπη μου πώς ξέχασες που τό ’χες για μετόπη

αιώνες, τώρα, θησαυρό, πα στης Ελλάδας τα ίχνη –

φάρος και φωτοδότης της, και όλων των μεγάλων

του κόσμου των πολιτειών, παγκόσμια πατρίδα,

το βέλος του πολιτισμού, στόχος μα και πυξίδα,

φάρος του κόσμου έστεκε, Ευρώπης και των άλλων,

πνεύματος ήθους κι αρετής, πολιτισμού κι ελπίδας.

Μια στάλα από τους πόθους σου είμαι κι εγώ, Ελλάδα·

στάλα τη στάλα ο καημός θ’ αντρειώσει, θα γιομίσει·

με τη ματιά στον ουρανό, λεύτερος θ’ αρμενίσει,

έχοντας πίστη στο Θεό, εις την Αγιά Τριάδα·

θ’ απλώσει γαλανόλευκη θάλασσα τα φιλιά σου,

να φέρει τ’ αφρογάλαζο σκάφος μας στο λιμάνι·

με της τιμής χαράζοντας, τ’ ατίμητο μελάνι,

τη θάλασσα, τον ουρανό, τη γη· με τ’ όνομά σου·

δίχως σκαμπανεβάσματα, κλυδωνισμούς, σκοπέλους·

μ’ όλα τα διαμαντόπλεκτα στολίδια του Αιγαίου,

γαλανολευκολιόχαρα, τραγούδισμα του ωραίου,

αγλάισμα* των θαλασσών, και ύμνος στους αγγέλους,

γιορντάνι* γύρω να κοσμούν τον κόρφο, την καρδιά σου,

με παφλασμό αγέρωχο, Αιγαιογαλαζένιο·

ξαστεροθρόισμα πανιών, κουπί παραμυθένιο·

μαργαριτάρια οι κουπαστές, μουράγιο η αγκαλιά σου·

και, μόνο, μια, στον κόσμο αυτό, ορθή Μακεδονία,

πανάρχαιη κι Ελληνική, βυζάστρα Ελληνίδα,

που, με του Μεγα-Αλέξανδρου, για σκέπη, τη χλαμύδα,

να γνέθει μας τα όνειρα, με ελπίδα κι ευφημία·

και πάντα με τις αδερφές και ομογάλακτές της,

την Θράκη και την Ήπειρο, αχώριστες θε νά ’ναι·

ξαστεροπούλια της στεριάς, τον ρουν τους να κυλάνε

μαζί, λευτεροφτέρουγες, κι αυτές, προσκυνητές της·

και μ’ όλα τα υπόλοιπα παιδιά, τα κύτταρά σου,

αιώνια ν’ αποτελούν, το σώμα σου το ακέριο,

το σώμα που ευλογήθηκε νά ’ν’ δυνατό και στέριο,

να είναι όλα μια αγκαλιά κι ανίκητη φρουρά σου·

να τραγουδάν στα πέλαγα, να άδουν στις πεδιάδες,

να ψάλλουν στα τρανά βουνά και στις ψηλές ραχούλες,

να μέλπουν* το χινόπωρο, στις νιες, στις ομορφούλες,

τους έρωτες της άνοιξης, της πλάσης τις μοσκιάδες,

ν’ αντιλαλούν τα πέρατα, οι ουρανοί ν’ αστράφτουν,

τραγούδι αγερόχρωμο*, της λευτεριάς τον ύμνο·

τραγούδι, ναι αγερόχρωμο, κάθε ψυχής τον ύμνο·

ν’ ακροβατούν στο άπειρο, και το μηδέν να θάφτουν·

με κραδασμούς του σύμπαντος ν’ απλώνω τον παιάνα

τραγούδι, το τραγούδι σου, πατρίδα φιλημένη,

φιλί να δίνω του αετού, κουπί στην ειμαρμένη

πατρίδα, αχ, πατρίδα μου, αχ, ναι, ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΝΑ!

ΧΙ                    Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Το πνεύμα, με καθοδηγεί, που χάρισες του κόσμου,

πανάρχαιο κι Ελληνικό, αγνό και φωτοβόλο,

ν’ αστρορραγεί στα πέρατα, στου σύμπαντος τον θόλο,

να λάμπει φως, να δίνει φως, να είναι φως, το φως μου,

αστείρευτο, Απολλώνιο που απ’ τους Δελφούς πηγάζει,

λουσμένο μέσα στου Χριστού την άχραντη αγάπη,

αγάπη έγινε, ως φως, σε αγάπη μετετράπη,

την πλάση σκύβει και φιλά γλυκά, κι αναγαλλιάζει.

Με εμπνέει τούτου του λαού η ανθρωπιά, η αγνεία,

που απ’ τη μοναδικότητα της μιας απλής μονάδας,

με δύναμη αρίφνητη, ηρώων Ιλιάδας,

τη σύνθεση ανακάλυψε, του όλου τη σοφία·

αλλά κι απ’ την ποσότητα, τη δύναμη του πλήθους,

μ’ ενέργεια ψυχότροφη – τη φλόγα της αγάπης –

το άτομο σεβάστηκε, κάθε δεντρί της νάπης*,

τον άσημο κι ανίσχυρο, τους κάθε είδους πλίθους.

Αυτές οι αρχές με άνδρωσαν, με τρέφουν με πυργώνουν,

πατρίδα μου, αχ, που έλαβες ένα «εγώ» σκληρό,

πανίσχυρο, ανελέητο – ατσάλι είναι θαρρώ –

που τ’ όνειρο κι η δύναμη μ’ επιμονή τρανώνουν·

μα εσύ. γλυκιά πατρίδα μου, σεβάστηκες την πλάση,

τον άνθρωπο-«πλησίον» σου, λαούς, την οικουμένη,

δε ξέχασες, η στράτα σου για πού, είναι ταγμένη,

και τον «πλησίον» κάλεσες, μαζί σου να γιορτάσει·

κι έτσι το μετουσίωσες στον πράο της αγάπης,

για όλους ναν’ πανίσχυρος θώρακας του «εμείς».

XII                  ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Για σένα αγωνίζομαι, για σε, πατρίδα, κλαίω,

τα τραύματά σου, βλέποντας, το γογγυσμό του πόνου,

το ματωμένο βλέμμα σου, το χάραγμα του χρόνου,

και θλίβεταί μου η ψυχή, και μες στην θλίψη πλέω.

Όμως, την άναρχη Αρχή δε θα την ευλογήσω,

συμπλέοντας στο έγκλημα των εξουσιαζόντων,

βορά να γίνω, να πιαστώ στο έρκος* των οδόντων,

κι απ’ όλα να παραιτηθώ, να γύρω, ευθύς, να δύσω.

Θ’ αντισταθώ σ’ εκβιασμούς, ποτέ δε θα υποκύψω

σε κάποιον καταπιεστή, στην άρνηση, στο σκότος·

θα γίνω φάρος κι οδηγός, της ξαστεριάς πιλότος·

και τους αφέντες της ντροπής, στην άρνη θα τους πνίξω,

που σαν θηλιά στον τράχηλο, σε πνίγουνε, με πνίγουν,

πολύπαθη μητέρα μου, πατρίδα αγαπημένη.

Δεν κρίνω άλλον Συνέλληνα, σέβομαι: αυτά κι εκείνα·

όλον τον κόσμο αγαπώ στον ξάστερο αγέρα,

άνθη που ανθίζουν δίπλα μου, ανθίζοντας τη μέρα,

μ’ ακόμα, και τα άμοιρα, τα μαραμένα κρίνα,

της υφηλίου λούλουδα, τους ξένους νεηλύδες* –

πώς θλίβομαι στην οιμωγή* και στην ηχώ του θρήνου –

που, άθελά τους, γίνονται όχημα ημισελήνου

που πάει να εγκαθιδρυθεί σε όλες τις πατρίδες·

του καθεστώτος που άνομα, τον ήλιο μου θα κάνει

ιθαγενή και πρόσφυγα, στον ίδιο του τον τόπο.

Το θείο μου πολίτευμα πώς, το λατρεύω, Θεέ μου,

μα τό ’χω κατ’ επίφαση, γι’ αυτό, τόσο μου λείπει·

σε καραντίνα τό ’χουνε οι σύγχρονοι οι ρύποι,

της εξουσίας οι μαστροποί, βοήθα με Χριστέ μου·

κι η κορωνίδα του η τρανή, το Θείο Σύνταγμά μου,

αλλοιώνεται κατάφωρα και καταστρατηγείται·

στην πράξη το βιάζουνε, πονά και λοιδορείται,

το μέγα μου οικοδόμημα, αλί, τα σωθικά μου!

Κι εγώ, που τόσο μίσησα τη βία, τη τυραννία,

συνθλίβομαι στην καταχνιά, συντρίβομαι στην μπόρα,

κι αναζητώ μ’ απόγνωση μια ’χτίδα ελπιδοφόρα,

ν’ ανάψει ο ήλιος τον δαυλό· φωτιά στην ανομία.

Πατρίδα μου, αχ, που σ’ έβαλαν σε ναρκοπέδια απάνω,

δεν βλέπεις; Ήδη «έγινε τοις πάσι φανερό»,

πως όλοι οι βαρόνοι αυτοί, με τρόπο δολερό,

στα σκοτεινά απεργάζονται το τέλος, ν’ αποθάνω,

αυτοί, του σκότους άρχοντες, η ελίτ της νέας τάξης,

της παγκοσμιοποίησης η αισχρή νομενκλατούρα,

«κουλούρα» στα οικονομικά, και στα λοιπά θολούρα,

στα σκοτεινά ετοιμάζουνε τις άνομες τις πράξεις·

στα σκοτεινά απεργάζονται το τέλος της πατρίδας,

το φυσικό της θάνατο, του ήθους τα συντρίμμια…

Όμως…

στο στέρνο ή στην πλάτη της, στιλέτο ή μαχαίρι,

δε θα το ζήσω, δε θα ιδώ…

ΧΙΙΙ                 ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΡΟΑΙΩΝΙΑ

Πλεισίστιοι, άμα, τελικά, μπορέσουν να εισβάλουν

για να αποτελειώσουνε τα μαύρα σχέδιά τους,

να μπήξουν στην πατρίδα μου, στυγνή τη μαχαιρά τους,

κι εμέ απ’ την κοιτίδα μου, τον ήλιο μου, να εκβάλουν

η σημαία μου δέ θά ’ναι στον εξώστη του σπιτιού μου –

κάλλιο όρθια να πέσει, ή στο χώμα να θαφτεί –

ούτε ακόμη και μεσίστια ή σκυφτή θα υποδεχτεί

σαν γραικύλος, τους εχθρούς μου, μες στο φέγγος τ’ ουρανού μου.

Δε θα κυματίζει λύπη, πίκρα, δάκρυ ή χαρά·

δε θα κυματίζει, διόλου, στον εξώστη μου ψηλά,

δε θα κυματίζει, ούτε, σαν ραγιάς, δειλά-δειλά,

δεν θα κυματίζει, ΟΧΙ, δε θα είναι αποφορά*,

μον’ θα μου σφουγγίζει το αίμα που θα ρέει απ’ την ψυχή,

κει, στο δρόμο της Ελλάδας, της τιμής, της αρετής,

σαν του ήλιου τ’ ανηφόρι, σαν αυτόν, υψιπετής,

του φιλότιμου το ίχνος, της καρδιάς η απαντοχή!

Πατρίδα, αχ, πατρίδα μου, τί σού ’μελε να πάθεις,

μα, ας είν’ αυτό, τουλάχιστον, μια ευκαιρία να μάθεις!

Πατρίδα, αχ, πατρίδα μου, πατρίδα ιερή!

Του ήλιου χώρα, Ελλάδα μου, πατρίδα φωτερή!

Στο θρόισμα του σύμπαντος θ’ απλώσω τον παιάνα

τραγούδι, το τραγούδι σου, πατρίδα ονειρεμένη,

φιλί θα δώσω του Θεού, φωτιά στην ειμαρμένη,

πατρίδα, αχ, τρισεύγενη, γλαυκή ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΝΑ!!

Λεξιλόγιο:

αγερόχρωμος: που μοιάζει, που είναι ελεύθερος σαν τον αγέρα.

αγλάισμα: στολίδι, πρόσωπο ή αντικείμενο που φέρνει τιμή και δόξα.

άγναντο: το ορατό από μακριά.

αλλαξοραχιαία: σχετική με αλλαξοκ…

αποφορά: δυσάρεστη οσμή, κακοσμία από αναθυμίαση ή εξάτμιση, μπόχα, δυσωσμία.

ατός: μόνος.

γέρμα: κλίση προς τα κάτω, γέρσιμο, ηλιοβασίλεμα.

γιορντάνι: περιδέραιο.

δήγμα: δάγκωμα, δαγκωνιά.

διασάλπισμα: κοινοποίηση, διακήρυξη, διατυμπάνιση.

δωρ’ αγλαά: από Ομηρική φράση που περιέχεται στην Ιλιάδα «αγλαά δωρ’ …». Έχει την έννοια των «λαμπρών δώρων».

ενδόκαρπος: αυτός που βγάζει καρπούς.

εννοιόσημος: που έχει την αληθή έννοια του ονόματος το οποίο φέρει και όχι επίπλαστη.

έρκος: φράκτης, περίβολος, φράγμα, δίχτυ.

ερπετόκυνες: ερπετά – σκυλιά.

θίνη: από το «θίνα«, εύχρηστο συνήθως στον πληθυντικό «θίνες«: συσσωρεύσεις άμμου σε παραθαλάσσιες ή ερημικές περιοχές, που οφείλονται στην επενέργεια του ανέμου.

κακοφρονώ: έχω κακή διάθεση, είμαι ανόητος.

κάλως: χοντρό σχοινί, παλαμάρι.

καρνάγιο: μικρό ή μεγαλύτερο ναυπηγείο για επισκευές και, κατ’ επέκταση, χώρος προστατευμένος από τις καιρικές συνθήκες.

κονάκι: κατοικία, κατάλυμα.

μέλπω: τραγουδώ.

νάπη: δασωμένο φαράγγι.

νέηλυς: νεοφερμένος, νιόφερτος.

οιμωγή: θρήνος, γογγυσμός.

ορφνόνερο: νερό ορφνό, δηλαδή σκοτεινό.

ράιχ: το γερμανικό κράτος.

ρεγάλο: δώρο, φιλοδώρημα.

ρεμούλα: διαρπαγή, λεηλασία, κλεψιά, πλιάτσικο, διαγούμισμα.

ρεμπελεύω: τεμπελιάζω.

ρόζνοο: διανόημα, σχετικό με «ροζ» θεάματα.

ρόθος: ψόφος, κρότος θορυβώδης, ορμητικός ήχος· ο πάταγος του κουπιού που κτυπά τη θάλασσα· ο ήχος των κυμάτων ή του νερού που κινείται· κάθε ορμητική κίνηση.

ρουπάκι: είδος βελανιδιάς.

τρυφηλός: αυτός που αγαπάει τις υλικές απολαύσεις ή που είναι γεμάτος από αυτές.

υψιμέδων: αυτός που κυριαρχεί εις τα ύψη, ο βασιλεύων εις τα ύψη.

υψιμέλαθρος: που έχει οικοδομηθεί υψηλά, που κατοικεί στα ύψη.

                                                                                                                                                                                                                                                Ιωάννης Παναγάκος – Σ.Σ.Ε./1971

Από την ποιητική συλλογή » Αχ, Πατρίδα μου, Μάνα Πατρίδα » – Αριστείο μετά Χρυσού Μεταλλίου στον διεθνή διαγωνισμό του περιοδικού Λόγου – Τέχνης – Πολιτισμού «Κελαινώ» και του Λογοτεχνικού Ομίλου «Ξάστερον» 2012.

Read Full Post »

Ελευθερία ή θάνατος

 

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΕ ΜΙΑ ΣΗΜΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

«Κι ο σταυρός που λαμπυρίζει

στην ψηλή σου κορυφή

είν’ ο φάρος που φωτίζει

μιαν ελπίδα μας κρυφή«

                                                Ιωάννης Πολέμης

ell

            Πλησιάζουν οι μέρες που το Έθνος μας θα γιορτάσει τη μεγάλη επέτειο της ημέρας εκείνης που, πριν από εβδομήντα έξι χρόνια, η Μεγάλη Ελλάς πήρε στα χέρια της την παγκόσμια ιστορία και την ανέβασε στο πιο ψηλό αέτωμα της πορείας του ανθρωπίνου πνεύματος. Εκεί που ανέκαθεν, το Ελληνικό πνεύμα αναδιφούσε τους υψήνορους στοχασμούς της δημιουργίας και όπου, για άλλη μια φορά, η ιστορία έσκυψε ταπεινά το κεφάλι, για να προσκυνήσει την θεοφόρο κινητήρια δύναμή της που λέγεται Ελληνική ψυχή! Αυτήν την ψυχή η οποία συμβολίζεται με την αείποτε Ελληνική παρακαταθήκη «Ελευθερία ή θάνατος» που σημαίνουν οι εννέα ρίγες της Σημαίας μας και που σηματοδοτεί και η έννοια της λέξης ΕΛΛΗΝ!

            Όλα αυτά έχουν χαραχτεί στην πανανθρώπινη ιστορία με χρυσοκόκκινα γράμματα απ’ το πυρωμένο αίμα της Ελληνικής λεβεντιάς! Αίμα, ζυμωμένο με ατέλειωτους αγώνες και θυσίες αιώνων, αίμα – τάμα στο όνομα της πίστης, της λευτεριάς, της αξιοπρέπειας!

            Όμως, έρχονται στιγμές που, σαν προσπαθήσει κανείς να δει το σύμβολό μας, ως διαχρονική αξία του Έθνους, του κράτους, του λαού, ως πορεία του Έλληνα μέσα στους αιώνες, κοντοστέκεται προβληματισμένος. Δεν προβληματίζεται, βέβαια, για το αν αυτό ανταποκρίνεται, όντως, ως σύμβολο, στις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες, αλλά, αν εμείς, στην πρόσφατη ιστορική πορεία μας και, κυρίως, τώρα, οι παρόντες Έλληνες, με τη σκυτάλη της ιστορίας στα χέρια, είμαστε αντάξιοί του! Και οι σκέψεις που κάνει, που κάνουμε και τα συναισθήματα που νιώθει, που νιώθουμε, είναι ανάμικτα και, καμιά φορά, τελείως μπερδεμένα… Αλλά ας μιλήσω, καλύτερα και πιο αυθεντικά, γι’ αυτά που νιώθω ο ίδιος, αν και εκτιμώ, ότι, λίγο πολύ, το ίδιο νιώθουμε όλοι, όσοι νοιαζόμαστε για τον έρμο τούτο τόπο…

            Ω, πόσο ευφραίνομαι, στις εθνικές εορτές, σαν ακούω, μες απ’ το θρόισμα του ανέμου, το πλατάγισμα απ’ το κυμάτισμα των σημαιών στα μπαλκόνια! Τί ιερή περηφάνια που νιώθω τέτοιες στιγμές! Τί συγκίνηση!…

            Μα… τί κρίμα! Μόλις φύγει η μέρα της γιορτής κι αρχίζω και ξαναζώ τη ρηχή πραγματικότητα του «τώρα». Πόσο ντρέπομαι σαν το φύσημα του επιπέδου των στιγμών, δεν ανταποκρίνεται στο κυμάτισμα αυτό! Όταν το βαρύθυμο ίχνος του επισφαλώς αμφιταλαντευόμενου «σήμερα», μειώνει και αμαυρώνει το ένδοξο «χθες»!

            Τότε, και ενώ θά ’θελα η σημαία μου να κυματίζει αιώνια στο μπαλκόνι μου, νιώθω σαν εγώ ο ίδιος να αμαυρώνω το ένδοξο παρελθόν, ότι προσβάλλω την ίδια ως και τη μνήμη όσων ιερών και οσίων αυτή συμβολίζει. Κι αυτό γιατί, το να επιτρέπω το κυμάτισμά της κάτω από τις σημερινές συνθήκες, συνθήκες επιδρομής της παγκόσμιας κλίκας της νέας τάξης πραγμάτων και των υποτιθέμενων Ελλήνων εκπροσώπων της, κατά της πατρίδας μου, είναι σαν να επικροτώ το άδικο και την πισώπλατη δολοφονία και αφανισμό της Ελλάδας.

            Τότε βλέπω, πως κάτι πρέπει να αλλάξω στην πορεία των πραγμάτων.

            Αντί, λοιπόν, να την ευτελίζω, να ευτελίζω το σύμβολό μου που, φυσιολογικά, όπως συμβαίνει σε κάθε λαό, θα πρέπει να είναι η προέκταση της ψυχής μου ή, άλλως, ο καθρέφτης αυτής και της διάθεσής μου…

            Αντί να την ευτελίζω δίνοντας το δικαίωμα άλλοθι στους δυνάστες μου, με τη δυνατότητα που τους δίνω, έτσι, να καμώνονται και να διατυμπανίζουν ή να αφήνουν να εννοηθεί ότι, δήθεν, η αναπεπταμένη σημαία μου τους υποδέχεται και, μαζί με την ανοχή μας και την εν γένει παθητική και χειρότερη γραικύλου στάση μας, χαιρετίζει κυματίζουσα τις ανθελληνικές μεθοδεύσεις τους…

            Αντί γι’ αυτό, η σημαία μου, μέχρι νά ’ρθει η άγια ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού και της λευτεριάς, δε θα κυματίζει στο μπαλκόνι μου, παρά μονάχα στις μεγάλες ημέρες των Εθνικών εορτών, τότε που, οι εξουσιαστές της παγκοσμιοποίησης, όπως κάνουν σε κάθε πνευματική ανάταση του Έθνους μας, ποθούν να την υποστείλω.

            Ε, λοιπόν, μόνο τότε θα κυματίζει· και θα κυματίζει περήφανα!

            Στις Εθνικές εορτές σαν κι αυτή που αναμένουμε σε λίγες ημέρες.

            Την ημέρα της σημαίας.

            Την ημέρα του ΟΧΙ.

            Εκείνη την ημέρα που οι Πανέλληνες εορτάζουμε την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940!

            Εκείνες τις στιγμές αιωνιότητας, που η ποιότητα της ψυχής και του πνεύματος αντιτάχθηκε στην ποσότητα των αριθμών και της υλικής δύναμης, και το φως το αιώνιο συνλειτούργησε, και πάλι, με το Ελληνικό πεπρωμένο!

            Την ημέρα της έναρξης ενός, ακόμα, μεγάλου έπους των Ελλήνων.

            Έπους ηρωικού και ένδοξου, έπους του λαού εκείνου που, σαν χτυπά συναγερμό η ώρα της ιστορίας, προτιμά την ξαστεριά, έστω και λαβωμένη, στον ουρανό της καρδιάς του, από το ξεπούλημα της ψυχής για τις χαύνες και πλάνες απολαύσεις και ανέσεις του «σήμερα».

            Μόνο αυτές τις ημέρες θα ανεμίζει η σημαία μου στο μπαλκόνι, σε ένδειξη της τιμής κι ευγνωμοσύνης που οφείλω στον αγώνα των αθανάτων νεκρών και όλων εκείνων που μας διαφύλαξαν, όχι, μόνο, την εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας μας, μα, ίσως πάνω απ’ όλα, την τιμή και αξιοπρέπεια του Έθνους και του λαού μας.

            Γι’ αυτό, λοιπόν, θα ανεμίζει αυτές τις ημέρες.

            Και για να μου δίνει κουράγιο, δύναμη και πίστη, για τους νέους αγώνες. Απ’ την επαύριον, κιόλας της γιορτής. Αγώνες για λευτεριά και δημοκρατία, για φως και αξιοπρέπεια!

            Γιατί, μετά τη γιορτή, προτιμώ, αντί της νηνεμίας του κυματισμού στον αγέρα της υποταγής του πνεύματος… αντί της ατίμωσης του ίχνους της ιστορίας… ναι, προτιμώ τότε, μια σημαία, όχι καθαρή και παρφουμαρισμένη, μα νοτισμένη με τίμιο ιδρώτα περήφανης προσφοράς στο δίκιο και στους αιώνες.

            Ναι, προτιμώ ν’ αγωνιστώ μαζί της, στον αγώνα τον καλό και να πιω στο κορμί μου το άρωμα και το χυμό, των όσων αυτή συμβολίζει.

            Θα προτάξω άοπλος τα στήθη μου, στη μεθόδευση της εξουσίας. Έχω όπλα μου την πίστη στην πατρίδα. Την αγάπη στον κάθε Συνέλληνα. Το σεβασμό της ζωής και της αξιοπρέπειας κάθε ανθρώπου. Ας ματώσω! Ας θυσιαστώ! Το αξίζουν οι ιδέες που υπηρετώ και που κι η σημαία αυτή συμβολίζει. Αλλιώς, ποια ζωή μπορεί να υπάρξει που να αξίζει να τη ζεις!

            Γιατί, εν τέλει, προτιμώ μια σημαία, όχι των σαλονιών, του καθωσπρεπισμού και των ευνουχισμένων συνειδήσεων, ούτε μια σημαία των ερπετών φίλων της εξουσίας, των αυλοκολάκων και των σφουγγοκωλάριων, ούτε, φυσικά, μια σημαία των ατσαλάκωτων πρέσβεων ή των πληρωμένων κονδυλοφόρων, των εξώνητων πολιτικών και των ελάχιστων, ευτυχώς, εκμαυλισμένων στρατηγών, μα μια σημαία περήφανη, τίμια και γενναία!

            Μια σημαία, όχι φρεσκοσιδερωμένη, μα ξεβγαλμένη στην καθαρότητα της σκόνης πεδίων αξιοπρέπειας, μια σημαία ποτισμένη με στάλες ψυχής, σε αγώνες ενάντια στην όποια κρατική ή άλλη βία· ενάντια στην καταπίεση από οποιαδήποτε εξουσιαστική ή αντιεξουσιαστική εξουσία· ενάντια στην εκμετάλλευση και κακοποίηση αθώων ψυχών!

            Μια σημαία πιστή στο Σύνταγμα και συνεπής στην ακροτελεύτια διάταξή του, ν’ αγωνίζεται με πάθος και με κάθε μέσον για την τήρησή του.

            Κι’ ακόμα, μια σημαία ποτισμένη με αίμα αγώνων ενάντια σε κάθε επιβουλή κατά της πατρίδας μου και των πατρίδων όλου του κόσμου.

            Μια σημαία μπαρουτοκαπνισμένη για τα ιδανικά της! Και για όλα, όσα πιστεύω!

            Για τη Δικαιοσύνη και την Αλήθεια… τη Δημοκρατία… την Αξιοπρέπεια… τη Λευτεριά!

            Μια σημαία ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ!!

            Μια σημαία ΕΛΛΗΝΙΚΗ!!

            ΜΑ ΠΡΕΠΕΙ, ΕΓΩ, ΠΡΩΤ’ ΑΠ’ ΟΛΑ, ΝΑ ΓΙΝΩ ΑΥΤΗ Η ΣΗΜΑΙΑ!… Τότε, μόνο, θα έχει νόημα ο κυματισμός της στο μπαλκόνι μου, την 28η Οκτωβρίου και όλες τις άλλες Εθνικές επετείους!

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                        Ιωάννης Παναγάκος

                                                                                                                                                                                                                                                                                                Σ.Σ.Ε./1971

                                                                                                                                                                                                                                                              Δάσκαλος Σκακιού – Λογοτέχνης

                                                                                                                                                                                                            Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

            Υ.Γ. Σε λίγες εβδομάδες… ημέρες… ώρες, θα ξημερώσει η μέρα της μεγάλης επετείου. Μέχρι την παραμονή αυτής της ημέρας, η σημαία μου θα ντύνει την ψυχή μου, σε κάθε μάχη του ιερού αγώνα της πατρίδας μου κατά της παγκόσμιας δικτατορικής διακυβέρνησης, ενώ, μια άλλη ολόιδια, θα κυματίζει μεσίστια στο μπαλκόνι μου, για να δείχνει το πένθος της ψυχής μου, όσο στενάζει η πατρίδα μου, κάτω απ’ την μπότα του 4ου ράιχ.

Ποιά ζωή αξίζει να ζεις και τί νόημα έχει, χωρίς λευτεριά και αξιοπρέπεια!

 

Δημοσιεύτηκε στην Εθνική Ηχώ, στο φύλλο Οκτωβρίου 2010.

Το παρόν κείμενο προέρχεται από εκείνη τη δημοσίευση, με τις απαραίτητες χρονικές τροποποιήσεις.

Read Full Post »

Older Posts »